ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
"Μην μελετάς απλά την Ιστορία. Ζήσε την!"
H Mάχη των Γιαννιτσών (1912)

Του
Σωτήρη Χριστοδούλου
 
 
Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΓΙΑΝΙΤΣΩΝ (19 - 20 Οκτωβρίου 1912)
 
" ...Ο γενναίος Στρατός μου ας έχη ως σύνθημα "Εμπρός πάντοτε". Τοιούτον αίσθημα άγει ασφαλώς προς την νίκην, απαραίτητον για την εκπλήρωσιν των ιεροτέρων μας καθηκόντων, την πλήρωσιν των αγνωτέρων μας ιδεωδών..."
 
Από την ημερησία διαταγή του Αρχιστρατήγου την επομένη
της μάχης του Σαρανταπόρου (9-10 Οκτ. 1912)
 
  
IΣΤΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Aπό το πρωϊ της 5ης Οκτωβρίου 1912, η βροντή των πυροβόλων αντηχούσε σε ολόκληρη την χερσόνησο του Αίμου. Η τετραπλή Συμμαχία Σερβίας, Ελλάδος, Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου ξεκινούσε τον αγώνα για την εκδίωξη του Οθωμανού από το Ευρωπαϊκό έδαφος, όπου σαν ξένο σώμα είχε εγκατασταθεί αιώνες πρίν. Ταυ­τόχρονα με τον στόλο που ανοιγόταν στα γεμάτα πανάρχαιες μνήμες νερά του Αιγαίου, εκατόν είκοσι χιλιάδες Ελληνικός στρατός ξεκίνησε το ίδιο εκείνο φθινο­πωρινό πρωϊνό από την Μελούνα με ένα τίναγμα, παρακινούμενος από "... ιεράς υποχρεώσεις προς την φιλτάτη Πατρίδα, προς τους υποδούλους αδελφούς και προς την ανθρωπότητα...", για να εκπληρώσει το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδος.
Στις 6 Οκτωβρίου αυτοί οι αγρότες - πολεμιστές πήραν το βάπτισμα του πυρός στην Ελασσόνα και την Δεσκάτη. Τρείς μέρες αργότερα έδωσαν πραγματικές εξετάσεις μπροστά στα φοβερά στενά του Σαρανταπόρου και προς μεγάλη έκπληξη φίλων και εχθρών, τις πέρασαν με άριστα. Οι οχυρωμένες θέσεις που θα αποτε­λού­σαν τον "τάφο του Ελληνικού Στρατού" κατελήφθησαν δια της λόγχης μετά από διήμερη σφοδρή μάχη, και οι Τούρκοι έφυγαν σε πλήρη αποσύνθεση προς Κατερίνη και Θεσσαλονίκη.
Ο Ελληνικός Στρατός τότε, χωρίστηκε σε τρείς φάλαγγες και με διαδοχικές συμπλοκές με τα υποχωρούντα στρατεύματα του Χασάν Ταχσίν Πασά αλλά και με τις κατά τόπους Τουρκικές φρουρές, απελευθέρωσε στην συνέχεια Κοζάνη, Βέρροια και Κατερίνη. Έτσι, στις 17 Οκτωβρίου 1912 τα Ελληνικά σύνορα ήταν μία γραμμή που ξεκινούσε από τον Φιλώτα, περνούσε από την Νάουσα και την Αλεξάνδρεια και κατάληγε στις εκβολές του Αλιάκμονα. Στην συνέχεια και αφου εγκατέστησαν το Γενικό Στρατηγείο στην Βέρροια, τα Ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να στρέφονται με άξονα την παραλία και να παρατάσσονται με μέτωπο προς το μεγάλο γέρας του πολέμου αυτού : την μακεδονική πρωτεύουσα, την κοσμοπολίτικη, την πολυεθνική, την βυζαντινή Θεσσαλονίκη. Τα νώτα τους ο "μπαρμπα Κωνσταντίνος" άφησε να τα φυλάει η 5η Μεραρχία που θα κατευθυνόταν μέσω Αμυνταίου για να απελευθερώσει την Φλώρινα και αν μπορούσε και το ελληνικό Μοναστήρι. Αυτό το τελευταίο δεν έγινε κατορθωτό, όχι γιατί η Μεραρχία αυτή έφθασε αργά, αλλά γιατί την έπληξε μιά από τις μεγαλύτερες συμφορές του πολέμου αυτού...
 
 
ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Που βρισκόταν όμως ο εχθρός; Που σκόπευε να σταθεί για να δώση την τε­λευ­ταία μάχη για την Θεσσαλονίκη; Για διάφορους λόγους η επαφή μαζύ του είχε χαθεί από την προηγούμενη μέρα, και οι πληροφορίες γι' αυτόν ήταν πολύ συγκε­χυ­μέ­νες. Από την Θεσσαλονίκη πάλι, κατάσκοποι ανέφεραν αναχώρηση τραίνων γεμά­των με στρατεύματα (ήταν η 14η Μεραρχία της Τουρκικής στρατιάς του Στρυμώνα) με κατεύθυνση προς ανατολάς. Κατά την γνώμη του Ελληνικού Επιτελείου υπήρχαν δύο πιθανές τοπο­θε­σίες για να αντιτάξουν οι Τούρκοι την τελευταία τους άμυνα πριν την Θεσσα­λονί­κη.
Η πρώτη και η πιό προφανής, ήταν πίσω από τον Αξιό η οποία και προσέ­φερε μεγάλα πλεονεκτήματα στον αμυνόμενο λόγω του μεγέθους του ποταμού. Η δεύτερη ήταν η περιοχή γύρω από την ιερή για τους μουσουλμάνους πόλη των Γιαννιτσών. Ένα μεγάλο μέρος του πεδινού διαδρόμου από δυτική Μακεδονία προς Θεσσαλονίκη καταλαμβανόταν από την ομώνυμη αποξηραμένη σήμερα λίμνη, στα νότια της οποίας και μέχρι την θάλασσα, τρία χιλιόμετρα απόσταση, το έδαφος ήταν ελώδες και δύσβατο. Στα βόρεια της λίμνης και μπροστά από τα Γιαννιτσά, υπήρχε μία σειρά χαμηλών λόφων που εδέσποζαν στο πεδινό και ακάλυπτο έδαφος του κάμπου που είχε πλάτος δέκα περίπου χιλιομέτρων. Πιό βόρεια υψωνόταν ο ορεινός όγκος του Πάϊκου. Αυτόν τον χώρο στα Γιαννιτσά, διάλεξε ο Τούρκος αρχιστρά­τηγος για να δοκιμάση να σταματήση την ελληνική προέλαση.
Οι δυνάμεις που διέθετε για τον σκοπό αυτό, ήταν 25.000 άνδρες περίπου που υποστηρίζονταν από 24 - 30 πυροβόλα. Η 14η Μεραρχία Σερρών (40, 41 και 42 Συν­τά­γματα Πεζικού), που είχε μεταφερθεί σιδηροδρομικώς, όπως είδαμε, από τον Στρυμώνα - ανοί­γον­τας έτσι τον δρόμο στους Βουλγάρους - ανέλαβε την υπεράσπιση των Γιαν­νι­τσών. Το ένα σύνταγμα της με μέρος του πυροβολικού (2 πεδινές πυροβο­λαρ­χίες) τάχθηκε βο­ρει­οανατολικά του χωριού Πενταπλάτανος για να προστατεύει την πόλη από βορρά, ενώ τά άλλα δύο μαζύ με το απόσπασμα Κατερίνης (4 τάγ­μα­τα) τάχθηκαν στα υψώ­ματα μπροστά από την πόλη. Νότια της λίμνης, στον κάτω ρου του Λουδία ποταμού, τοποθετήθηκαν η 22α Μεραρχία και η Εφεδρική (ρεντίφ) Μεραρχία Νεαπόλεως, που είχαν φθάσει λαχανιασμένες από το Σαραντά­πορο, λίγες μέρες πρίν.
Ο Αρχιστράτηγος εξέδωσε τις διαταγές για τις παραπέρα κινήσεις του στρατού στις 18.00 της 18ης Οκτωβρίου 1912, ως εξής : Οι 2α, 3η, 4η και 6η Μεραρχίες να κινηθούν από τις 07:00 προς τα χωριά Παραλίμνη, Μεσιανό, Πενταπλάτανος και Δαμιανό αντίστοιχα, από όπου να εκπέμψουν αναγνωρίσεις προς τον Αξιό ποταμό. Η 7η Μεραρχία θα κάλυπτε την κίνηση αυτή από την κατεύ­θυ­νση του Λουδία ποταμού στα δεξιά της ελληνικής παρατάξεως. Η 1η Μεραρχία θα ήταν εφεδρεία. Τέλος, το ίδιο το Γενικό Στρατηγείο θα εγκαθίστατο στα Γιαν­νι­τσά το μεσημέρι της επομένης. Βλέπουμε λοιπόν πως η πεποίθηση ήταν οτι ο εχθρός είχε πολύ μικρές δυνάμεις δυτικά του Αξιού ποταμού και η συνεπώς η μάχη των Γιαννιτσών μπορεί να χαρακτηρισθεί ως "μη αναμενόμενη".
                Την ίδια ημέρα το Υπουργείο Ναυτικών γνώρισε στο Γενικό Στρατηγείο με τηλεγράφημα οτι την προηγούμενη νύκτα το τορπιλοβόλλο υπ' αριθμόν 11 με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Βότση, τορπίλλισε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης την παροπλισμένη θωρηκτή κορβέτα "Φετίχ-ι-Μπουλέντ"...
 
 
19η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ : Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Στά νότια :
Από το πρωϊ της 19ης Οκτωβρίου άρχισε η προέλαση του Ελληνικού Στρατού προς τα ανατολικά, σύμφωνα με τις διαταγές του Γενικού Στρατηγείου. Ήδη από τις επτά, η 2α Μεραρχία με το 12ο Σύνταγμά της σαν εμπροσθο­φυ­λακή και τα υπόλοιπα σε φάλαγγες άρχισε να κινείται από το Αχλαδοχώρι μέσω Γαλατάδων προς Καρυώτισσα. Λίγο πιό αριστερά της, ακολουθώντας σχεδόν τις όχθες της αιματοβαμμένης από τους νεκρούς του Μακεδονικού αγώνα λίμνης των Γιαννιτσών, βάδιζε η 3η Μεραρχία η οποία είχε αρχίσει την κίνησή της μία ώρα αργότερα. Είχε ξεκινήσει στις 08.00 από τον Άγιο Λουκά και έχοντας σαν κεφαλή της το τρίτο Σύνταγμα, κινήθηκε και αυτή μέσω Καρυώτισσας προς Μελίσσι. Στόχος και των δύο Μεραρχιών ήταν να διαβούν το βαθύ, ορμητικό και με απόκρημνες όχθες ρέμα Μπαλίτσα (σημερινός Ασπροπόταμος), από την γέφυρα που υπήρχε στό χωριό Μελίσσι το οποίο τότε ήταν χτισμένο στις όχθες της λίμνης. Πιό βόρεια θα εβάδιζαν προς Γιαννιτσά η 4η Μεραρχία μέσω Μυλότοπου, ενώ η θα κινείτο στα ριζο­βούνια του Πάϊκου μέσω Αραβησσού. Εφεδρεία κρατήθηκε η 1η Μεραρχία.
Στις 08.30 περίπου και ενώ η ημιλαρχία ιππικού της 2ας Μεραρχίας πλη­σίαζε την Καρυώτισσα δέχθηκε πυρά από Τουρκικά τμήματα που ήταν οχυρω­μέ­να στα πρώτα σπίτια του χωριού. Ταχύτατα το 3ο Σύνταγμά της αναπτύ­σ­σε­ται και με την βοήθεια τμημάτων της 3ης Μεραρχίας (1ο Τάγμα του 12ου Συντάγ­μα­τος) κατα­λαμ­βά­νει το χωριό γύρω στις 10.30 και τρέπει τους Τούρκους σε άτακτη φυγή. Το Τάγμα αυτό συνεχίζει ορμητικά την καταδίωξη του εχθρού που στην παραζάλη του δεν ανατινάζει την γέφυρα στο Μελίσσι, και αρχίζει έτσι να περνά τους λόχους του στην ανατολική όχθη του Ασπροπόταμου.
Όμως οι Τούρκοι είχαν όλο τον καιρό να επισημάνουν από πρίν για το πυροβολικό όλα τα χαρακτηριστικά σημεία του εδάφους μπροστά από τα Γιαννιτσά και φυσικά και την γέφυρα αυτή που είχε μεγάλη σημασία για την άμυνα της πόλης. Τα Ελληνικά τμήματα που την πλησιάζουν ευθύς δέχονται καταιγισμό βολιδοφόρων οβίδων και οι τρείς πρώτοι στρατιώτες που επιχειρούν να την περάσουν, πέφτουν νεκροί. Χρειάστηκε η επέμβαση του διοικητού του 3ου Συντάγματος Συνταγμα­τάρ­χου Γιαννακίτσα και του Μεράρχου της 2ας, Στρατηγού Καλλάρη για να περάσουν δύο λόχοι τού τάγματος την στενή ξύλινη αυτή γεφυρούλα. Ήταν ήδη 10.45 και ο όγκος των δύο Μεραρχιών είχε αρχίσει να φθάνει και να αναπτύσσεται στην δυτική όχθη του ποταμού. Αμέσως δέχονται σφοδρότατο βομβαρδισμό από το Τουρκικό πυροβολικό. Από τις ίδιες θέσεις δέχεται μερικά βλήματα επίσης και το Γενικό Στρατηγείο που εκινείτο εκείνη την ώρα στον αμαξιτό δρόμο Σκύδρας - Γιαννιτσών. Σαν απάντηση, το πυροβολικό της 2ας αρχίζει να τάσσεται και κάτω από τα συνεχή και πυκνά πυρά του εχθρού στέλνει τις πρώτες οβίδες εναντίον του, προς μεγάλη ανακούφιση των πεζών που παρακολουθούσαν ανήμποροι.
Το Γενικό Στρατηγείο τώρα αντιλαμβάνεται οτι οι υπολογισμοί του για μικρή εχθρική δύναμη μεταξύ Γιαννιτσών και Αξιού ποταμού ήταν εσφαλμένοι και αμέσως στέλνει νέες διαταγές ως εξής: Οι 2α και 3η Μεραρχίες να συνε­χί­σουν την επίθεσή τους προς τα Γιαννιτσά. Η 7η Μεραρχία να επιτεθή νοτίως της λίμνης και να περάση τον Λουδία ποταμό, ενώ η 4η Μεραρχία θα πρέπει να κινηθή προς το χωριό Πενταπλάτανος και βοηθούμενη από την 6η που κινείται από βορρά, να επιτεθεί κατά των Γιαννιτσών από την κατεύθυνση αυτή.
Εν τω μεταξύ οι θέσεις των λιγοστών Ελλήνων στρατιωτών στην από 'κεί όχθη του Ασπρο­πόταμου ήταν τουλάχιστον επισφαλείς και σε περίπτωση Τουρκι­κής αντε­πι­θέ­σεως θα κινδύνευαν να ανατραπούν. Έπρεπε όμως να φθάσει το από­γευ­μα όταν η μεγάλη μονομαχία πυροβολικού στο κέντρο της παρατάξεως, τράβηξε τα πυρά του εχθρού όπως θα δούμε παρακάτω, για να αρχίση η 3η Με­ραρχία να περνά λίγους - λίγους τους άνδρες της από την γέφυρα. Μέχρι το σούρουπο (18.30 περίπου) και αφού ο διοικητής του 12ου Συντάγματος Συντα­γμα­τάρχης Μπαϊρας που οδηγούσε τους άνδρες του τραυ­μα­τίσθη­κε στο χέρι, το 3ο και το 12ο Σύνταγμα είχαν αναπτυχθεί στην ανατο­λι­κή όχθη του Ασπροπότα­μου και διανυκτέρευσαν σε επαφή με τον εχθρό.
 

 

Σαν σήμερα..

1803 : O Iερομόναχος Σαμουήλ και πέντε άλλοι Σουλιώτες αρνούμενοι να εγκαταλείψουν το Κούγκι μετά την παράδοσή του και την αποχώρηση των Σουλιωτών υπερασπιστών του υπό τον Φώτο Τζαβέλλα, βάζουν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάζονται παρασσύροντας στον θάνατο και πολλούς από τους Τούρκους που πολιορκούσαν την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής όπου ήταν κλεισμένος.


1943 : Μετά την καταστροφή των Καλαβρύτων τα Γερμανικά τμήματα επανέρχονται στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου την οποία και πυρπολούν αφού πρώτα την λεηλάτησαν.


Εμφάνιση όλων

Επισκέπτες


Eπισκέπτες από τις 1/9/2008: 22493