ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
"Μην μελετάς απλά την Ιστορία. Ζήσε την!"
Η Μάχη των Φιλίππων (42 π.Χ.) PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Sotiris Christodoulou   
03.05.13

Το παρακάτω κείμενο διανεμήθηκε σαν ενημερωτικό υλικό στην σχετική παρουσίαση / αναπαράσταση του ΕΣΦΙΠΣ στην έκθεση παιχνιδιών στρατηγικής και φαντασίας στην Καβάλα, 15-17 Μαρτίου 2013.


Η  Μ Α Χ Η   Τ Ω Ν   Φ Ι Λ Ι Π Π Ω Ν
(3 - 23 Οκτωβρίου 42 π.Χ.)
 
Ιστορικό Πλαίσιο

Μετά την δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα (15 Μαρτίου του 44 π.Χ.) , ο Μάρκος Ιούνιος Βρούτος και ο Γάϊος Κάσσιος Λογγίνος- που ήταν και οι δύο κύριοι από τους συνολικά 60 συγκλητικούς συνομώτες και αυτοαποκαλούνταν «απελευθερωτές» (Liberatores) - πήραν τον έλεγχο των ανατολικών επαρχιών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από την Ελλάδα έως την Συρία καθώς και όλα τα συμμαχικά ανατολικά βασίλεια. Από την άλλη μεριά, στην Ρώμη οι τρείς κύριοι υποστηρικτές του νεκρού πλέον Καίσαρα, Οκταβιανός Αύγουστος, Μάρκος Αιμίλιος Λέπιδος και Μάρκος Αντώνιος, σχημάτισαν στις 26 Νοεμβρίου 43 π.Χ. την Δεύτερη Τριανδρία και ευθύς εξεστράτευσαν κατά των
«Απελευθερωτών» για να εκδικηθούν τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα.

Eπικεφαλής των καλύτερων στρατευμάτων της Αυτοκρατορίας τέθηκαν οι δύο από αυτούς, ο Μάρκος Αντώνιος και ο Οκταβιανός, ενώ ο Λέπιδος έμεινε στην ιταλική χερσόνησο. Με 28 συνολικά λεγεώνες αποβιβάσθηκαν στην βόρειο Ελλάδα και έστειλαν κατ’ αρχήν μία δύναμη 8 λεγεώνων μέσω της (τότε) Εγνατίας οδού, προκειμένου να εντοπίσουν τον αντίπαλο στρατό των «απελευθερωτών». Η αναγνωριστική αυτή δύναμη πέρασε την κωμόπολη των Φιλίππων και εγκαταστάθηκε αμυντικά σε μία ισχυρή τοποθεσία που έλεγχε μία ορεινή διάβαση ανατολικότερα. Την δύναμη αυτή ακολουθούσε ο Μάρκος Αντώνιος ενώ ο Οκταβιανός παρέμεινε προσωρινά στο Δυρράχιο λόγω ασθενείας.
Οι Απελευθερωτές εν τω μεταξύ, με επίσης ισχυρό στρατό είχαν φθάσει στην περιοχή από την Μικρά Ασία και απείλησαν να υπερφαλαγγίσουν τις θέσεις της εμπροσθοφυλακής της Τριανδρίας, αναγκάζοντας τις οκτώ αυτές λεγεώνες να υποχωρήσουν περί τα 3,5 χιλιόμετρα δυτικά των Φιλίππων. Έτσι, καθώς έμειναν κύριοι της τοποθεσίας αυτής, η οποία αποτελούνταν από δύο λόφους που δέσποζαν της πεδιάδας και είχαν προς βορράν αδιάβατο έδαφος και από νότον ένα επίσης αδιάβατο έλος, έσπευσαν να την οχυρώσουν κατασκευάζοντας ένα ξύλινο τείχος και μπροστά του μία τάφρο. Ανάμεσα στους δύο λόφους περνούσε η ρωμαϊκή Εγνατία Οδός, ενώ αμέσως δυτικά - εμπρός από τις θέσεις των «απελευθερωτών» - έρεε ο ποταμός Γαγγίτης από τον οποίο υδρευόταν η πόλη των Φιλίππων. Οι δυνάμεις του Βρούτου στρατοπέδευσαν στο βόρειο τμήμα του στρατοπέ­δου και αυτές του Κάσσιου στο νότιο.
Σύντομα έφθασαν στο πεδίο οι δυνάμεις της Τριανδρίας, πρώτα αυτές του Αντώνιου που στρατοπέδευσε νότια της Εγνατίας και μετά του Οκταβιανού που στρατοπέδευσαν προς βορρά. Να σημειώσουμε οτι ο Οκταβιανός δεν είχε αναρρώσει ακόμη και μεταφέρονταν από τους άνδρες του πάνω σε φορείο.

Οι Αντίπαλες Δυνάμεις

Οι δυνάμεις της Δευτέρας Τριανδρίας αποτελούνταν από δεκαοκτώ (18) λεγεώνες, καθώς ένα σημαντικό μέρος του στρατού έμεινε πίσω. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν μόνο την V (5η) Λεγεώνα αλλά πρέπει να συμμετείχαν και οι III (3η), VI (6η), VII (7η), VIII (8η), X Equestris (10η ‘Εφιππη), XII (12η), XXVI (26η), XXVIII (28η), XXIX (29η) και XXX (30η), όλες σε πλήρη σύνθεση με συνολική δύναμη 90 - 100.000 ανδρών, όπως αναφέρει ο Αππιανός ο Αλεξανδρεύς. Μαζύ τους είχαν και ισχυρή ιππική δύναμη από συνολικά 33.000 ιππείς. Η δύναμη αυτή προέλασε και στρατοπέδευσε σε απόσταση μόλις 1,5 χιλιομέτρων από τους αντιπάλους, ανεγείροντας επίσης τείχος για την προστασία του στρατοπέδου της. Ο ανεφοδιασμός τους γινόταν με αρκετή δυσχέρεια δια ξηράς από τις επαρχίες της Μακεδονίας και Θεσσαλίας μέσω Αμφίπολης, που ήταν σε απόσταση 65 χιλιομέτρων. Οι επικοινωνίες τους με την Ρώμη είχαν εν τω μεταξύ διακοπεί από τον στόλο των Απελευθερωτών που αποτελούνταν από 130 πλοία.

Ο στρατός των Απελευθερωτών συγκέντρωνε ανάλογη δύναμη με δεκαεπτά (17) λεγεώνες από τις ανατολικές επαρχίες - μεταξύ των οποίων τις XXVII (27η), XXXI (31η), XXXIII (33η), XXXVI (36η) και XXXVII (37η) - συνολικής δυνάμεως 80 - 90.000 ανδρών, καθώς και 17.000 ιππείς που περιλάμβαναν και 5.000 ιπποτοξότες. Οι δυνάμεις αυτές είχαν εγκατασταθεί, όπως προαναγέρθηκε, πάνω σε δύο ομαλούς λόφους ιππαστί της Εγνατίας, θέση που επιπλέον είχαν ενισχύσει με οχύρωση και τάφρο.

Οι Απελευθερωτές κατείχαν στρατηγική θέση που επικοινωνούσε με το λιμάνι της Νεάπολης ( σημερινή Καβάλα) και ανεφοδιάζονταν από τις πλούσιες επαρχίες της ανατολής δια θαλάσσης χωρίς πρόβλημα, δεν βιαζόντουσαν να συγκρουσθούν με τους αντίπαλους, αλλά αποφάσισαν να περιμένουν την αποδυνάμωση των αντιπάλων από ένδεια εφοδίων.

 

Η Εξέλιξη των Επιχειρήσεων - Πρώτη Μάχη

Έτσι, για αρκετές ημέρες οι δύο μεγάλοι αυτοί στρατοί παρέμεναν στις θέσεις τους χωρίς να δίνουν μάχη, παρά μόνον μερικές αψιμαχίες ιππικού. Ο Αντώνιος προσπάθησε να παρασύρει τους αντίπαλούς του σε μάχη εκ παρατάξεως, αλλά αυτοί παρέμεναν οχυρωμένοι στις θέσεις τους. Θέλοντας να υπερφαλαγγίσει τις θέσεις αυτές διέταξε τα στρατεύματά του να κατασκευάσουν με προσχώσεις μία διάβαση μέσω των ελών που κάλυπταν την νότιά τους πλευρά. Η κίνηση αυτή εντοπίσθηκε από τον Κάσσιο, ο οποίος και κατασκεύσε σαν αντίμετρο ένα χαμηλό φράγμα που διέκοπτε αυτή τον τεχνητό διάδρομο στα έλη. Αυτές όμως οι ενέργειες αποτέλεσαν το έναυσμα για μία γενικευμένη συμπλοκή των αντιπάλων δυνάμεων που κατέληξε σε κανονική μάχη στις 3 Οκτωβρίου.

Ο Αντώνιος διέταξε επίθεση κατά του Κάσσιου, στοχεύοντας τις θέσεις του μεταξύ του έλους και του νότιου άκρου του στρατοπέδου του. Καθώς οι άνδρες του κινούνταν δρομέως, στον βόρειο τομέα οι δυνάμεις του Βρούτου κινήθηκαν αυθόρμητα και χωρίς διαταγές, και εξαπέλυσαν γενικευμένη επίθεση κατά των απέναντι δυνάμεων. Η επίθεση αυτή αιφνιδίασε απόλυτα τον Οκταβιανό, οι δυνάμεις του οποίου τράπηκαν σε φυγή εγκαταλείποντας μάλιστα το στρατόπεδό τους. Ο Οκταβιανός διέφυγε τον κίνδυνο καθώς είχε απομακρυνθεί εγκαίρως, προειδοποιημένος από ένα όνειρο - σύμφωνα με τον Αππιανό -το προηγούμενο βράδυ.

Ο Μάρκος Αντώνιος προτίμησε να μην στρέψει το στράτευμά του για να υπερασπισθεί το στρατόπεδό του, ελιγμός που ούτως ή άλλως θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολος υπό τις συνθήκες, αλλά να συνεχίσει την δική του ορμητική έφοδο. Όντως, κάτω από βροχή βλημάτων, οι στρατιώτες του, αφού εξουδετέρωσαν την φρουρά του, κατέλαβαν το οχυρωμένο στρατόπεδο του Κάσσιου. Οι απώλειες και από τις δύο πλευρές ήταν σημαντικές με περίπου 9.000 να έχουν χαθεί από την πλευρά του Κάσσιου, ενώ ο Οκταβιανός φαίνεται να έχασε περίπου διπλάσιο αριθμό ανδρών. Να σημειώσουμε εδώ, οτι ήταν δύσκολο για τους διοικητές να έχουν πλήρη εικόνα της τακτικής καταστάσεως όπως διαμορφώθηκε στο τέλος των ελιγμών αυτών, διότι η κίνηση δεκάδων χιλιάδψν στρατιωτών στην πεδιάδα φαίνεται οτι είχε σηκώσει σύννεφα σκόνης που παρεμπόδιζαν την ορατότητα.

Ο Κάσσιος, αντιλαμβανόμενος μόνον οτι είχε χάσει την οχυρή θέση που κατείχε και μη έχοντας γνώση της νίκης του συμμάχου του Βρούτου στην βόρεια πλευρά του πεδίου της μάχης, πίστεψε οτι όλα είχαν χαθεί και τον περίμενε η αιχμαλωσία και ο ατιμωτικός θάνατος. Διέταξε λοιπόν τον σημειοφόρο του (signifier) με το όνομα Πίνδαρος να τον σκοτώσει με το ξίφος του, πράγμα που αυτός και έκανε. Κατά ειρωνεία της τύχης, η 3Η Οκτωβρίου ήταν και η γενέθλια ημέρα του Κάσσιου.

Την ίδια ημέρα, ο στόλος των Απελευθερωτών κατόρθωσε να αναχαιτίσει και να καταστρέψει στο Ιόνιο πέλαγος τις ενισχύσεις και τα εφόδια που έρχονταν από την Ρώμη, καθιστώντας την θέση της Τριανδρίας ακόμη δυσχερέστερη και αναγκάζοντας τον Αντώνιο να στείλει μία λεγεώνα στην Αχαΐα για συλλογή αφοδίων καθώς η Μακεδονία και η Θεσσαλία είχε εξαντληθεί. Παρ’ όλα αυτά το ηθικό των ανδρών παρέμεινε ακμαίο. Σε αντίθεση, η άλλη πλευρά, παρά το ότι δεν αντιμετώπιζε καμμία έλλειψη εφοδίων, είχε απωλέσει τον κύριο στρατηγικό νού και ηγέτη, καθώς ο Βρούτος είχε σημαντικά μικρότερη πολεμική εμπειρία από τον Κάσσιο.




Από αριστερά προς τα δεξιά :
1 & 2.  Διαγράμματα της πρώτης και της δεύτερης μάχης των Φιλίππων, αντίστοιχα. 3. Η πεδιάδα  των Φιλίππων σήμερα, όπως φαίνεται από το σημείο όπου ήταν παρατεταγμένες οι λεγεώνες του Οκταβιανού.

Η Επόμενη Μέρα - Δεύτερη και τελική Μάχη

Οι δύο αντίπαλοι στρατοί ανασυγκροτήθηκαν σχετικά γρήγορα και τις επόμενες τρείς εβδομάδες ο Αντώνιος που είχε αναλάβει την βόρεια πτέρυγα προσπαθούσε μάταια να προκαλέσει τον Βρούτο σε μάχη, ενώ ο Οκταβιανός, σε μία προσπάθεια να υπερφαλαγγίσει και να αποκόψει τον Βρούτο από το λιμάνι της Νεάπολης/Καβάλας, προωθούσε σιγά σιγά τις δυνάμεις του στον νότο μέσα από τα έλη, κατασκευάζοντας παράλληλα και ένα πασαλόπηκτο τείχος για προστασία τους από τα βέλη.

Ο Βρούτος αντέδρασε κατασκευάζοντας τείχος παράλληλα με την Εγνατία, με το οποίο κατάφερε να διατηρήσει τις γραμμές επικοινωνίας του με την θάλασσα ανοικτές, ενώ συνέχισε να κατέχει σταθερά τις αρχικές οχυρές θέσες του. Παρ’ όλα αυτά, η απραξία επέδρασε αρνητικά στο ήδη χαμηλό ηθικό των ανδρών του, και άρχισαν να σημειώνονται λιποταξίες στις τάξεις τόσο των λεγεώνων του όσο και των συμμάχων του. Έτσι, το απόγευμα της 23ης Οκτωβρίου παρέταξε τον στρατό του για μάχη «όχι σαν διοικητής αλλά σαν διοικούμενος» όπως φέρεται να είπε ο ίδιος, εννοώντας οτι εξαναγκάσθηκε από τις περιστάσεις να δώσει μάχη.

Οι δυνάμεις και των δύο πλευρών είχαν στις τάξεις τους βετεράνους και σκληροτράχηλους λεγεωνάριους και η μάχη, που σύντομα κατέληξε σε συμπλοκή σώμα με σώμα, ήταν ιδιαίτερα σκληρή και αιματηρή. Στο τέλος η έφοδος των στρατευμάτων των «Απελευθερωτών» αποκρούσθηκε και οι στρατιώτες του Βρούτου κατέρρευσαν και υποχώρησαν με αταξία στους πέριξ λόφους, όπου μετά βίας συγκεντρώθηκαν οι 4 από τις 17 λεγεώνες. Περικυκλωμένος και βλέποντας το αναπόφευκτο τέλος, ο Βρούτος με την σειρά του αυτοκτονεί.

Με την νίκη αυτή η Δεύτερη Τριανδρία συνέτριψε τις δυνάμεις των συνομωτών που αυτοαποκαλούνταν «απελευθερωτές», και ο μεν Αντώνιος - του οποίου το κύρος ανήλθε στα ύψη - παρέμεινε στην ανατολή, ενώ ο Οκταβιανός επέστρεψε στην Ρώμη.

Σημείωση

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Μάρκος Αντώνιος κάλυψε το νεκρό σώμα του Βρούτου με πορφυρό ύφασμα σε ένδειξη σεβασμού. Ο Βρούτος και ο Αντώνιος ήταν φίλοι και ο πρώτος είχε θέσει σαν προϋπόθεση για την εκτέλεση της συνομωσίας κατά του Ιουλίου Καίσαρα να μην εκτελεσθεί και ο Αντώνιος.

Ο Πλούταρχος επίσης αναφέρει οτι ο Βρούτος είχε δεχθεί κάποιο βράδυ, μήνες πριν την μάχη, την επίσκεψη του φαντάσματος του Ιουλίου Καίσαρα. Ο Βρούτος το αντιμετώπισε ψύχραιμα και το ερώτησε «ποός είσαι και τι θέλεις», για να λάβει την απάντηση «οψώμεθα ες Φιλίππους» («θα τα πούμε στους Φιλίππους»). Την νύκτα πριν την μάχη είχε δεί πάλι το ίδιο όραμα. Αυτή είναι και η κεντρική δραματική σκηνή στο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ «Ιούλιος Καίσαρ».

 

 

Τελευταία ανανέωση ( 08.10.14 )
 

Σαν σήμερα..

1912 : Μετά διήμερη μάχη ο Ελληνικός Στρατός (ΙΙΙ Μεραρχία) απελευθερώνει τα Γιαννιτσά, ενώ παράλληλα τμήματα της Μεραρχίας απελευθερώνουν το Πλατύ Ημαθίας και καταλαμβάνουν την γέφυρα του Λουδία. Την ίδια ημέρα, διλοχία του 4ου Τάγματος Ευζώνων απελευθερώνει χωρίς να συναντήσει αντίσταση την Σιάτιστα.


Εμφάνιση όλων

Επισκέπτες


Eπισκέπτες από τις 1/9/2008: 22226