ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
"Μην μελετάς απλά την Ιστορία. Ζήσε την!"
Η Μάχη του Άσκλου (Asculum - 279 π.Χ.) PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Sotiris Christodoulou   
03.05.13
Το παρακάτω κείμενο διανεμήθηκε σαν ενημερωτικό υλικό στην σχετική παρουσίαση / αναπαράσταση του ΕΣΦΙΠΣ στην 1η Έκθεση Παιχνιδιών Στρατηγικής και Φαντασίας στην Άρτα 26-28 Απριλίου 2013.

  
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΣΚΛΟΥ 
Ιούλιος του 279 πΧ

Πολιτικοστρατιωτικό υπόβαθρο
Μετά τον θάνατο του τυράννου των Συρρακουσσών Αγαθοκλέους το 289 πΧ, το ισχυρό κράτος που είχε οικοδομήσει στην νότιο Ιταλία διαλύθηκε και οι ελληνικές πόλεις ανέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Παράλληλα όμως δημιουργήθηκε και ένα κενό δυνάμεως το οποίο έσπευσε να καταλάβει η ανερχόμενη τότε δύναμη, η Ρώμη. Έτσι μία μία η ελληνικές πόλεις, ερχόταν σε συμβιβασμό και συνομολογούσαν συνθήκες με την Ρώμη, δεχόμενες μάλιστα πολλές φορές και ρωμαϊκές φρουρές. Εξαίρεση αποτέλεσε η μεγάλη και πλούσια πόλη του Τάραντα, η οποία - υπερτιμώντας τις δυνάμεις της - απέρριψε υπεροπτικά τις ρωμαϊκές προτάσεις. Οι Ρωμαίοι, τηρώντας ακόμη μετριοπαθή στάση, περιορίσθηκαν σε μία απλή επίδειξη δύναμης εμπρός ατα τείχη του Τάραντα, επίδειξη που ήταν αρκετή για να κάνουν τους Ταραντίνους να αντιληφθούν την δύσκολη θέση στην οποίαν είχαν περιέλθει. Έτσι, αποφάσισαν να καλέσουν σε βοήθεια στον πόλεμο αυτόν κατά της Ρώμης τον καλύτερο εν ζωή στρατηγό της εποχής του και εξάδελφο του Μεγάλου Αλέξανδρου, τον βασιλέα της Ηπείρου Πύρρο.

Εκστρατεία του Πύρρου στην Ιταλική χερσόνησο και την Σικελία
Ο Πύρρος, ο οποίος από καιρού είχε φιλοδοξίες για να κατακτήσει την ν. Ιταλία και ιδίως την Σικελία,  αποδέχθηκε πρόθυμα την πρόσκληση των Ταραντίνων. Έλαβε μάλιστα και γενναία συυνδρομή από τους άλλους βασιλείς της Ανατολής : Ο Πτολεμαίος Κεραυνός της Μακεδονίας του έδωσε στρατό και πολεμικούς ελέφαντες, ο Αντίγονος Γονατάς διέθεσε στόλο για την διεκπεραίωσή του στην Ιταλία και ο Αντίοχος της Μικράς Ασίας άφθονη οικονομική βοήθεια. Στην Ιταλία τον περίμεναν οι ενωμένες δυνάμεις των ιταλιωτών Ελλήνων και των βαρβάρων Σαμνιτών, Λευκανών και Βρεττίων που είχαν συνασπισθεί κατά της Ρώμης. Ο Πύρρος επικεφαλής 20.000 πεζών, 3.000 ιππέων, 2.000 τοξοτών, 500 σφενδονητών και 20 ελεφάντων, αποβιβάσθηκε την άνοιξη του 280 πΧ στον Τάραντα, όπου έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό. Εκεί, υπερνικώντας τις αντιρρήσεις μερίδας των Ταραντίνων, οργάνωσε και εκπαίδευσε στον Μακεδονικό τρόπο πολέμου σημαντικό αριθμό πολιτών του Τάραντα, που τους ενσωμάτωσε στο στράτευμά του.
Η αντίδραση της Ρώμης ήταν άμεση: Συγκέντρωσε ισχυρό στράτευμα από τέσσερεις λεγεώνες 9 - 10.000 ανδρών η μία, και υπό την διοίκηση του ύπατου Πόπλιου Βαλέριου Λαβίνου, κινήθηκε προς νότον για να αντιμετωπίσει την απειλή. Ο Πύρρος, μόλις πληροφορήθηκε την προσέγγιση των Ρωμαίων, έσπευσε να κινηθή εναντίον τους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν τον Ιούλιο του 280 πΧ στην Ηράκλεια, όπου οι Ρωμαίοι παρά την ελαφρά αριθμητική υπεροχή τους υπέστησαν πανωλεθρία, καθώς ήρθαν αντιμέτωποι - πέραν της τακτικής ιδιοφυΐας του Πύρρου - και με ένα πρωτόγνωρο και τρομακτικό όπλο: τον πολεμικό ελέφαντα.
Η ήττα της Ηρακλείας είχε σημαντική επίπτωση στο ηθικό των Ρωμαίων και ο Πύρρος έσπευσε να το εκμεταλευθεί βαδίζοντας προς την Ρώμη, προσφέροντάς της παράλληλα προτάσεις ειρήνης με πολύ μετριοπαθείς όρους. Οι ρωμαϊκή σύγκλητος όμως απέρριψε κάθε συνδιαλαγή με τον Ηπειρώτη βασιλέα. Κατόπιν αυτού, ο Πύρρος αποφάσισε να εξουδετερώσει την ρωμαϊκή δύναμη καταλαμβάνοντας μία μία τις επαρχίες της Ρώμης. Έτσι, την άνοιξη του 279 πΧ κινήθηκε κατά της Απουλίας, καταλαμβάνοντας ή εξαναγκάζοντας σε αποστασία πολλές από τις πόλεις της. Οι Ρωμαίοι αντιδρώντας, συγκέντρωσαν νέο στράτευμα από 4 λεγεώνες (40.000 άνδρες) και κινήθηκαν προς νότον, για να συναντήσουν τελικά τους αντιπάλους τους τον Ιούλιο του 279 πΧ στις όχθες του ποταμού Αυφίδιου.



Η Μάχη του Άσκλου και η Πύρρειος Νίκη
Ο Πύρρος είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για την ανδρεία και την ικανότητα των Ρωμαίων στρατιωτών. «Με τέτοιους στρατιώτες, θα είχα κατακτήσει τον κόσμο» είχε πεί αμέσως μετά την Ηράκλεια. Για δεύτερη φορά, ο στρατός του παρατασσόταν στην αντίπερα όχθη του ποταμού Αυφίδιου, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Ρωμαϊκό, υπό την διοίκηση των υπάτων Πόπλιου Σουλπίκιου Σαβερίου και Πόπλιου Δέκιου Μύ.
Ο σκληρός πυρήνας του στρατού του Πύρρου ήταν το βαρύ πεζικό του, που παρατασσόταν και εμάχονταν σε πυκνό σχηματισμό - την περίφημη και ακαταμάχητη μακεδονική φάλαγγα - οπλισμένοι κατά τα μακεδονικά πρότυπα με την εξάμετρη λόγχη πεζικού, την σάρισα. Αυτοί περιστοιχίζονταν από αρκετούς Έλληνες από την κυρίως Ελλάδα και την κάτω Ιταλία (την Μεγάλη Ελλάδα) και τους συμμάχους του  Λευκανούς, Σαμνίτες και Βρέττιους, παλιούς εχθρούς της Ρώμης. Διέθετε επίσης περί τις 3.000 ιππικό και περί τις 2.000 ελαφρύ πεζικό ή ψιλούς, τοξότες και σφενδονήτες. Αλλά το μυστικό του όπλο, αυτό που τρομοκράτησε τους άμαθους Ρωμαίους και τους συμμάχους τους, ήταν οι επιβλητικοί και επίφοβοι πολεμικοί ελέφαντες, όπλο που οι μακεδόνες γνώρισαν και υιοθέτησαν επί Αλέξανδρου του Μεγάλου στις μακρυνές Ινδίες. Συνολικά ο στρατός του δεν πρέπει να αριθμούσε περισσότερους από 30.000 άνδρες.
Αριθμητικά, οι Ρωμαίοι υπερείχαν ελαφρά, παρατάσσοντας 35 - 40.000 περίπου άνδρες, που περιλάμ­βα­ναν 4.000 περίπου ιππείς και 8.000 ελαφρούς πεζούς. Η βάση του στρατού τους ήταν επίσης το βαρύ πεζικό που ήταν οργανωμένο σε λεγεώνες των 9.000 περίπου ανδρών η καθε μία. Η δομή και ο τρόπος που πολεμούσε η λεγεώνα ήταν ιδιόμορφος και εντελώς διαφορετικός από αυτόν της αρχαίας οπλιτικής φάλαγγας, είχε δε αρχίσει να διαμορφώνεται και να εξελίσσεται τα τελευταία 200 χρόνια. Οι λεγεωνάριοι που ήταν οπλισμένοι με κοφτερό ξίφος και δύο ακόντια, τους υσσούς (pila), παρατάσσονταν σε τρείς γραμμές τους πριγκηπες τους άστατους και τους τριάριους, σε έναν σχηματισμό που από ψηλά θύμιζε τα τετράγωνα της σκακιέρας, τον λεγόμενο σχηματισμό αβακίου. Ο τρόπος αυτός της παρατάξεως φαίνεται οτι επέτρεπε την γρήγορη εναλλαγή και αλληλουποστήριξη των σειρών στην διάρκεια της μάχης, γεγονός που έδινε στο Ρωμαϊκό πεζικό πρωτόγνωρη ευελιξία.
Η μάχη εξελίχθηκε σε δύο ημέρες. Την πρώτη, ο ηπειρώτης βασιλέας διαπίστωσε πως οι Ρωμαίοι, που είχαν πάρει μία γεύση από το ακαταμάχητο της μακεδονικής φάλαγγας σε επίπεδο και πεδινό έδαφος στην μάχη της Ηρακλείας, είχαν αναπτύξει τον στρατό τους στις δασωμένες και δύσβατες όχθες του ποταμού. Επιπλέον, είχαν αναπτύξει μία σειρά από αντίμετρα κατά των ελεφάντων, όπως βαρειές βοϊδάμαξες με μακρυά δρέπανα στους τροχούς και με πλήρωμα τοξότες, προκειμένου να απωθήσουν τα φοβερά αυτά θηρία.
Έτσι, την πρώτη ημέρα αν και αγωνίσθηκε σκληρά, ο στρατός του Πύρρου δεν μπόρεσε να απωθήσει τους Ρωμαίους που κατείχαν την απότομη αριστερή όχθη του ποταμού και να σχηματίσει προγεφύρωμα, καθώς οι τελευταίοι καταπονούσαν τους άνδρες του με συνεχείς οπισθοχωρήσεις και αντεπιθέσεις έως το σούρουπο. Φαίνεται όμως, οτι οι Ρωμαίοι έκαναν το σφάλμα να αποσυρθούν το βράδυ για διανυκτέρευση στο στρατόπεδό τους, δίνοντας  την ευκαιρία στους αντιπάλους τους να καταλάβουν με αποσπάσματα ελαφρού πεζικού τα δεσπόζοντα υψώματα της όχθης. Κατόπιν αυτού ,το επόμενο πρωΐ ο Ηπειρωτικός στρατός μπόρεσε να διαβεί απρόσκοπτα τον Αυφίδιο ποταμό και να παραταχθεί στην πεδιάδα του Ασκλου, όπου η φάλαγγά του και οι ελέφαντες θα είχαν την μέγιστη δυνατή απόδοση.
Και οι δύο στρατοί επέλεξαν την κλασσική παράταξη με το βαρύ πεζικό στο κέντρο και το ιππικό τους στις δύο πτέρυγες.
Ο Πύρρος που είχε πάρει μία γεύση από την μεγάλη ευελιξία των λεγεώνων στην μάχη της Ηράκλειας, παρέταξε - σύμφωνα με τον Πολύβιο - πολλούς από τους συμμάχους του ανάμεσα στις τάξεις της φάλαγγάς του προκειμένου να της προσδώσει έναν βαθμό ευελιξίας. Στο δεξιό κέρας έταξε τις ίλες ιππικού των Σαμνιτών, Θεσσαλών, Βρεττίων και μισθοφόρων των Ταραντίνων. Στο κέντρο παρατάχθηκε το πεζικό με την μακεδονική φάλαγγα να εναλλάσσεται με Ιταλούς, Ιταλιώτες και Έλληνες συμμάχους και μισθοφόρους καθώς και Ταραντίνοι «λευκάσπιδες» που είχαν εξοπλισθεί και εκπαιδευθεί στον μακεδονικό τρόπο πολέμου, την φάλαγγα. Στα αριστερά παρατάχθηκε επίσης ιππικό - Ακαρνάνες, Αιτωλοί, Μακεδόνες και Ιταλοί σύμμαχοι. Το βασιλικό ιππικό άγημα από 2.000 επίλεκτους ιππείς υπό την προσωπική διοίκηση του Πύρρου, τάχθηκε πίσω από το κέντρο, σαν εφεδρεία, πλαισιωμένο από τους 20 πολεμικούς ελέφαντες.
Οι Ρωμαίοι παρέταξαν, πλαισιωμένες από ιππικό, κατά σειρά από τα αριστερά, την πρώτη, τρίτη, τέταρτη και δεύτερη λεγεώνες, ενώ κράτησαν έναν αριθμό από ψιλούς σαν εφεδρεία.
Η μάχη άρχισε με την μετωπική σύγκρουση των πεζικών δυνάμεων στο κέντρο, καθώς οι Ρωμαίοι πήραν την πρωτοβουλία και επεχείρησαν να διασπάσουν και να απωθήσουν την φάλαγγα, πρίν ο Πύρρος προλάβει να εμπλέξει τους ελέφαντές του, και για πολλή ώρα στο κέντρο της πεδιάδας εξελίχθηκε σκληρή σύγκρουση μεταξύ ισοδύναμων σε εκπαίδευση και γενναιότητα στρατών. Όμως, το δάσος των σαρισών που πρότεινε η μακεδονική φάλαγγα και η πυκνή ώμο με ώμο παράταξη των ανδρών της, αποδείχθηκαν άλλη μία φορά αδιαπέραστα, και οι προσπάθειες των λεγεωνάριων που εκτοξεύαν τους υσσούς και χρησιμοποιούσαν επιδέξια τα κοφτερά τους ξίφη αποδείχθηκαν μάταιες. Το μέτωπο της φάλαγγας παρέμεινε συμπαγές και οι λεγεώνες άρχισαν να δείχνουν σημεία κοπώσεως.
Την στιγμή αυτή ακριβώς διάλεξε ο Πύρρος να ρίξει τους ελέφαντες στην μάχη, οι οποίοι υποστηρίζονταν από ελαφρύ πεζικό οπλισμένο με ακόντια και τόξα που εξουδετέρωσαν τα «αντι-ελεφαντικά» αυτοσχέδια όπλα των Ρωμαίων. Τα τεράστια ζώα έπεσαν με ορμή στο Ρωμαϊκό πεζικό το οποίο άρχισε να λυγίζει και να διασπάται κάτω από την συνδιασμένη αυτή πίεση και σχεδόν ταυτόχρονα, ο Πύρρος εκτόξευσε έφοδο του βασιλικού Αγήματος, της οποίας ηγήθηκε ο ίδιος. Ο αρχικός κλονισμός των Ρωμαίων μετατράπηκε σε αταξία και πανικό και οι λεγεώνες τράπηκαν σε άτακτη φυγή.
Οι απώλειες και των δύο πλευρών ήταν βαρειές. Οι Ρωμαίοι φαίνεται να έχασαν 6 - 8.000 άνδρες, ενώ ο στρατός του Πύρρου είχε περίπου 3.500 απώλειες. Η Ρώμη όμως είχε μεγάλους υλικούς και ανρώπινους πόρους και εύκολα μπορούσε να αναπληρώσει τα στρατεύματα που έχανε, σε αντίθεση με τους ηπειρώτες που, καθώς επιχειρούσαν μακρυά από την πατρίδα τους, δεν είχαν αυτή την δυνατότητα. Η μάχη αυτή γέννησε και την φράση «Πύρρειος νίκη» που σημαίνει την νίκη που στοίχισε πολύ ακριβά. Η παράδοση φέρει τον Πύρρο να λέει, καθώς τον συνέχαιραν για την νίκη του αυτή: «Άλλη μία τέτοια νίκη κατά των Ρωμαίων και έχουμε καταστραφεί»
 



Από αριστερά προς τα δεξιά : 1. Η διάταξη των δύο αντιπάλων στρατών από την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ Τόμος Δ.. 2. Η ίδια διάταξη στο επιτραπέζιο πεδίο μάχης του ΕΣΦΙΠΣ φιλοτεχνηθέντος δια χειρών Νικολάου Δαλαμπύρα. 3. Ο Πύρρος επικεφαλής του Αγήματος των Βασιλικών Εταίρων και με τους Ελέφαντες του Πτολεμαίου Κεραυνού, στην εφεδρεία.  4. "Μηδέν δεινότερον και φοβερότερον εωρακέναι φάλαγγος μακεδονικής". Με την κραυγή "ελελεύ" οι σαρισοφόροι Μακεδόνες και Ηπειρώτες ξεκινούν την επίθεση κατά των Ρωμαίων. 5. Αν οι Ρωμαίοι αισθάνονται ανησυχία, δεν το δείχνουν καθώς οι κοφτές διαταγές των εκατόνταρχων και των χιλιάρχων τους προετοιμάζουν για την επερχόμενη σύγκρουση.  6. Η εκστρατείες του Πύρρου στην Μεγάλη Ελλάδα και την Σικελία.

 
Αποχώρηση του Πύρρου από την Ιταλία και κατάκτηση της Μεγάλης Ελλάδος από τους Ρωμαίους
Μετά την μάχη στο Άσκλο ο Πύρρος προετοιμάσθηκε για συνέχιση των επιχειρήσεων κατά της Ρώμης. Και φρόντισε να λάβει ενισχύσεις από την Ήπειρο σε χρήματα και άνδρες. Τα νέα όμως που έφθασαν από την Ελλάδα τον έκαναν να αναβάλλει την επανάληψη των εχθροπραξιών επ’ αόριστον. Οι Γαλάτες είχαν εισβάλλει στην Μακεδονία και στην σφοδρή μάχη που δόθηκε στην κοιλάδα του Αώου, ο μακεδονικός στρατός ηττήθηκε και ο Πτολεμαίος Κεραυνός σκοτώθηκε. Έτσι, αποδεχόμενος τις εκκλήσεις των Σικελιωτών Ελλήνων, αποφάσισε να εκστρατεύσει στην Σικελία προκειμένου να απαλλάξει τις ελληνικές πόλεις από την επικείμενη Καρχηδονιακή κυριαρχία. Όντως, από το φθινόπωρο του 278 πΧ μέχρι το φθινόπωρο του 276 πΧ επιδόθηκε στην διαδοχική απελευθέρωση των ελληνικών αποικιών της Σικελίας, γινόμενος με μεγάλο ενθουσιασμό δεκτός από τους κατοίκους. Οι Καρχηδόνιοι, παρ’ όλο που διέθεταν μεγαλύτερο στρατό και ανάλογο με τον Πύρρο στόλο, δεν τόλμησαν να δώσουν μάχη εκ παρατάξεως εναντίον των Ηπειρωτών.
Τα τέλη του 277 πΧ επιχείρησε να καταλάβει την τελευταία ναυτική βάση των Καρχηδονίων, το Λιλύβαιο. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλε και τις συνεχείς εφόδους, η πόλη παρέμεινε απόρθητη. Τα σχέδιά του για εισβολή στα Καρχηδονιακά εδάφη δεν βρήκαν υποστηρικτές στους Σικελιώτες Έλληνες και ο Πύρρος επέστρεψε - προσωρινά - στην Ήπειρο. Κατά την απουσία του, οι Ρωμαίοι δεν προέβησαν σε σοβαρές πολεμικές επιχειρήσεις κατά των ελληνικών πόλεων, αλλά ασχολήθηκαν με την αναδιοργάνωση του στρατού τους.
Ακολούθησε δεύτερη εκστρατεία του στην Ιταλία (276 - 275 πΧ). Η επιστροφή του και μόνο, ενέσπειρε τον πανικό στους Ρωμαίους οι οποίοι όχι μόνο δεν επιχείρησαν να συμπράξουν με τους Καμπανούς και τους Καρχηδόνιους, κοινούς εχθρούς του Πύρρου, αλλά λιποτακτούσαν μαζικά και από τον στρατό. Με την λήψη έκτακτων αυστηρών μέτρων η Ρώμη συγκρότησε δύο υπατικούς στρατούς, πιθανότατα από δύο λεγεώνες ο καθένας και υπό την διοίκηση των υπάτων Μάνιου Κούριου Δεντάτου και Λεύκιου Κορνήλιου Λέντιλου συνάντησαν τον Πύρρο στην μικρή πεδιάδα του Βενεβέντου, το καλοκαίρι του 275 πΧ. Η μάχη έληξε με ήττα των Ηπειρωτών και οδήγησε τον Πύρρο σε πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο. Τελικά ο μεγάλος αυτός ηγέτης, αναγκάσθηκε σταδιακά να επιστρέψει στην πατρίδα του με όσους είχαν απομείνει από το εκστρατευτικό του σώμα, μέχρι το 273 πΧ.
Από το επόμενο καλοκαίρι (272 πΧ), οι Ρωμαίοι άρχισαν την σταδιακή υποταγή των ελληνικών πόλεων της Μεγάλης Ελλάδος, με πρώτο τον Τάραντα. Μετά την πτώση της άλλοτε κραταιάς και πλούσιας πόλεως, όλες οι υπόλοιπες αλλά και τα εξουθενωμένα από τους πολέμους βαρβαρικά φύλα, υπέκυψαν σύντομα στην κυριαρχία της Ρώμης.
 
Επίλογος
Η στρατιωτική ιδιοφυία ενός μόνου ηγέτη δεν στάθηκε αρκετή για να εμφυσήσει ζωή στους Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδος, που αιώνες ευημερίας τους είχαν κάνει να λησμονήσουν πως η ελευθερία απαιτεί ομόνοια, πειθαρχία και πρόθυμη αποδοχή όλων των αναγκαίων θυσιών για την διατήρησή της. Οι πανάρχαιες ελληνικές αυτές πόλεις, αντί να συμπλεύσουν υπό την ηγεσία του ενωμένες έναντι του κοινού εχθρού, μόλις ο κίνδυνος προσωρινά απομακρυνόταν έσπευδαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τις μεταξύ τους προστριβές, γινόμενες έτσι εύκολη λεία στην αναδυόμενη υπερδύναμη της εποχής : την Ρώμη, που στην πρώτη μεγάλη σύγκρουσή της με τους Έλληνες αναδείχθηκε θριαμβεύτρια, αποκομίζοντας πολεμική εμπειρία και υιοθετώντας το ελληνικό νομισματικό σύστημα έθεσε τις βάσεις για να μετατραπεί από μία άγνωστη μικρή πόλη, σε περιφερειακή υπερδύναμη και τελικά σε αυτοκρατορία.
Μία αυτοκρατορία που στο δωδεκάτομο έργο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ» ο μεγάλος Αγγλοσάξωνας ιστορικός Αρνολντ Τόϋνμπη αποκαλεί Οικουμενικό Ελληνικό Κράτος.
 




Τελευταία ανανέωση ( 08.10.14 )
 

Σαν σήμερα..

1904 : Με τον αποκλεισμό του Πόρτ Άρθουρ στην Μαντζουρία από την Τρίτη Στρατιά του στρατηγού Νόγκι αρχίζει ουσιαστικά η πολιορκία του στρατηγικού αυτού λιμένος, επίκεντρου του Ρωσσο-Ιαπωνικού πολέμου του 1904, πολιορκία η οποία έληξε στις 2 Ιανουαρίου 1905 με την παράδοσή του στους Ιάπωνες και τους στοίχισε 58.000 νεκρούς και τραυματίες και συνολικά με τα θύματα των επιδημιών 91.000 άνδρες. 22.500 μάχιμοι Ρώσσοι παραδόθηκαν μαζί με άλλους 15.000 τραυματίες και ασθενείς από την αρχική φρουρά των 50.000 στρατιωτών και ναυτών.


1913 : Το αντιτορπιλικό "Δόξα" και τα ανιχνευτικά "Πάνθηρ" και "Ιέραξ" εισπλέουν στο λιμάνι της Καβάλας και άγημα από το "Δόξα" αποβιβάζεται και απελευθερώνει την πόλη υπό τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των κατοίκων.


Εμφάνιση όλων

Επισκέπτες


Eπισκέπτες από τις 1/9/2008: 21598