ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
"Μην μελετάς απλά την Ιστορία. Ζήσε την!"
Πως Πολεμούσε το Βυζάντιο PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Sotiris Christodoulou   
08.10.14

ΠΩΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣΕ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Η ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

 

Εισαγωγή

Η "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" δεν είχε αυτό το όνομα στην εποχή της. Ο όρος Βυζάντιο και Βυζαντινός εκείνη την εποχή χρησιμοποιούταν αντίστοιχα, για την αρχαία αποικία των Μεγαρέων στον Βόσπορο - η οποία μετά το 330 μΧ διατηρήθηκε σαν δήμος μέσα στην Νέα Ρώμη / Κωνσταντινούπολη - καθώς και για τους κατοίκους της. Το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι υπήκοοι του Αυτοκράτορα για τον εαυτό τους ήταν "Ρωμαίοι" το δε κράτος τους - που αποτελούσε την χωρίς διακοπή συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας - αποκαλούσαν "Ρωμανία". Μετά τις νίκες του πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α' του Μεγάλου, κατά του Μαξέντιου στην Μουλβία γέφυρα το 312 μΧ (όπου είδε και το όνειρο με το σύμβολο του σταυρού και το "ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ") και κατά του Λικίνιου το 324 μΧ στην Χρυσούπολη της Μ. Ασίας, παρέμεινε μοναδικός αυτοκράτωρ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το 330 μΧ δε, μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους στη θέση που ήταν κτισμένο το αρχαίο Βυζάντιο, την οποία αρχικά ονόμασε "Νέα Ρώμη" και μετά πήρε το όνομα "Κωνσταντινούπολη". Από τότε όλοι οι Αυτοκράτορες υπέγραφαν τα επίσημα διατάγματα με τον τίτλο : "Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ Βασιλεύς των Ελλήνων Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων", ενώ μέχρι και τις μέρες μας οι λέξεις "Ρωμηός" και "Ρωμηωσύνη" χρισημοποιούνται για να χαρακτηρίσουν τον Έλληνα χριστιανό ορθόδοξο, η δε Ελληνική γλώσσα πολλές φορές ονομάζεται από τον λαό "Ρωμαίικα".

 

Η Αμυντική Οργάνωση της Αυτοκρατορίας

Σέ όλη την μακραίωνη ιστορία της, από τον 5ο μΧ αιώνα μέχρι τον θάνατο του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου (1448-1453) στις επάλξεις της Βασιλεύουσας, η αυτοκρατορία, που καταλάμβανε μία από τις στρατηγικότερες θέσεις στον κόσμο, ήταν σχεδόν συνεχώς σε εμπόλεμη κατάσταση. Έτσι, η διοίκηση της Ρωμηοσύνης ήταν στενά συνδεδεμένη με τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Η Αυτοκρατορία περιστοιχιζόταν από εχθρούς. Ποτέ ούτε για μια στιγμή, δεν μπορούσε η κυβέρνηση να αισθανθεί ότι δεν κινδυνεύει από μια ξένη εισβολή, από μια επιδρομή που θα ήταν δυνατόν να απειλήσει ακόμα και την πρωτεύουσα. Η ίδια η ύπαρξη της αυτοκρατορίας εξαρτιόταν απ' τον τρόπο που θα κατόρθωνε να επιβληθεί στα γύρω έθνη,-από ένα δραστήριο και πάντα έτοιμο στρατό και στόλο και από μια συνεχή διπλωματία.

Είχε να αντιμετωπίσει έναν αριθμό από αντιπάλους με εντελώς διαφορετική προέλευση, οργάνωση και τρόπο πολέμου : τους Πέρσες και τα διάφορα ισλαμικά κράτη της ανατολής στην αρχή, τους Σλαύους και τους Άβαρους τον 6ο και 7ο αιώνα, τους Βούλγαρους (7ο - 11ο αι.), τους Νορμανδούς και τους Λατίνους Σταυροφόρους, καθώς και τους Σέρβους και τους Ούγγρους  (11ο - 13ο αι.), και τέλος τους Οθωμανούς. Επιβίωσε δε από όλες αυτές τις αδιάκοπες επιβουλές, χάρη στην εξαιρετική εσωτερική της οργάνωση, το αποτελεσματικό στρατιωτικό και οικονομικό της σύστημα, τους ικανότατους διπλωμάτες της και το δίκτυο κατασκόπων που εκτείνονταν σε δύση και ανατολή και υποστήριζε τις πολεμικές και διπλωματικές προσπάθειες του αυτοκράτορα με ακριβείς πληροφορίες.

Η κρατική και στρατιωτική εσωτερικη οργάνωση της Αυτοκρατορίας δεν είχε καμμία σχέση με αυτήν της φεουδαρχικής Δύσης. Για την ακρίβεια, ήταν ακριβώς το αντίθετο. Ο ακρογωνιαίος λίθος του βυζαντινού οικοδομήματος δεν ήταν ο υποτελής φεουδάρχης με τους δουλοπάροικους που του ανήκαν, αλλά η ελευθερία και ο δυναμισμός της μικρής αγροτικής παραγωγής. Η κύρια πηγή των κρατικών εσόδων και - από στρατιωτικής πλευράς - το σπουδαιότερο τμήμα των αυτοκρατορικών στρατιών προέρχονταν από την αγροτιά. Γιά τούτο ο αυτοκράτωρ είχε βάσιμους λόγους να υπερασπίζεται διαρκώς τους χωρικούς του από τις αυθαιρεσίες των "δυνατών" τοπικών αρχόντων και ευγενών, από τις απαλλοτριώσεις και από τα χρέη.

Πιθανότατα από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610 - 641 μΧ), είχε θεσπισθεί το σύστημα των "Θεμάτων" με το οποίο η χώρα είχε διαιρεθεί σε διοικητικές περιφέρειες, κάθε μία από τις οποίες επιστράτευε ένα συγκεκριμένο αριθμό μονάδων. Κάθε Θέμα διοικούνταν από έναν Στρατηγό, με πολιτική και στρατιωτική εξουσία, ο οποίος ήταν υπεύθυνος έναντι του αυτοκράτορα για την συγκέντρωση, εκπαίδευση και εξοπλισμό των ανδρών. Επί δυναστείας των Κομνηνών, οι τοπικοί αυτοί διοικητές καταργήθηκαν και η διοίκηση των Θεμάτων ανατέθηκε σε δύο ανώτατους αξιωματούχους, τους Δομέστιχους των Σχολών της Ανατολής και της Δύσης, για τα ανατολικά και τα δυτικά θέματα αντίστοιχα. 

Το κάθε Θέμα δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα σύνολο μικρομεσαίων εκτάσεων κρατικής γής που χορηγούνταν στους στρατιώτες από το κράτος σαν αντιμισθία. Οι στρατιώτες αυτοί αποτελούσαν τεχνικά μία στρατιωτική μονάδα υπό την διοίκηση του Στρατηγού, και μπορούσαν να κληρονομήσουν την γή τους στους απογόνους τους, υπό την προϋπόθεση οτι και αυτοί θα υπηρετούσαν στον στρατό. Έτσι υπήρχε πάντα διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό για στράτευση χωρίς να απαιτούνται μεγάλα έξοδα, ενώ δεν υπήρχε μεγάλη ανάγκη για υποχρεωτική στράτευση.

Παραδείγματα Θεμάτων είναι το Θέμα των Θρακησίων, το Θέμα της Θεσσαλονίκης, το Θέμα των Οπτιμάτων (Χαλκηδών), το Θέμα της Χαλδαίας (Πόντος), και τα ναυτικά Θέματα των Κιβυρραιωτών (νησιά του Ν. Αιγαίου και παράλια της Μ. Ασίας), της Κρήτης και του Αιγαίου Πελάγους (Β. Αιγαίο). Τα ονόματα και τα όρια των θεμάτων άλλαζαν κατά περιόδους ανάλογα με τις ανάγκες, αλλά το Θεματικό σύστημα διατηρήθηκε και έφθασε σε πλήρη ακμή από το 780 μέχρι το 1070 μΧ, μέχρι την οριστική παρακμή του τον 12ο αιώνα.

Εκτός από τον προαναφερθέντα Θεματικό στρατό, η αυτοκρατορία διέθετε και τον Αυτοκρατορικό στρατό, που υπαγόταν απ' ευθείας στον Αυτοκράτορα και οποίος απαρτίζοταν από τα λεγόμενα Τάγματα, που ήταν πέντε επίλεκτα στρατιωτικά τμήματα, οι Σχολές, οι Εξκουβίτορες, οι Ικανάτους, η Βίγλα ή Αριθμός και από το 970 μΧ οι Αθάνατοι. Ήταν ο μόνιμος, ολιγάριθμος, αλλά υψηλότατου επιπέδου επαγγελματικός στρατός που έδρευε είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε κοντά σε αυτήν. Η φροντίδα για την διοικητική τους μέριμνα ήταν ευθύνη του Λογοθέτη των Στρατιωτικών.

Η περίφημη Βαράγγειος Φρουρά εμφανίζεται για πρώτη φορά επίσημα το 988 μΧ όταν ενσωματώθηκαν στα Τάγματα Ρώσοι στρατιώτες του Βλαδίμηρου του Κιέβου, από τον Βασίλειο Β' Μακεδόνα ή Βουλγαροκτόνο. Επί Αλεξίου Α' Κομνηνού την αποτελούσαν ξένοι κάθε προέλευσης - Ρώσοι, Τούρκοι, Αλανοί, Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί και Βούλγαροι - και μαζί με τα υπολείμματα των παλαιών ταγμάτων, τα οποία μετά το Μαντζικέρτ είχε συγκεντρώσει ο ευνούχος Νικηφόρος και τους Αρχοντόπουλους (μονάδα που είχε ιδρύσει ο Αλέξιος για τους γιους των νεκρών ευγενών), αποτελούσε τον πυρήνα όλου του στρατού. Δεν ήταν απλή σωματοφυλακή του Αυτοκράτορα, αλλά στρατιωτική μονάδα με υψηλότατου επιπέδου εκπαίδευση σε όλα τα όπλα, η οποία τον συνόδευε σε εκστρατείες και παρατάσσονταν μαζύ με τα άλλα στρατεύματα. Καθώς ήταν επιλεγμένοι να είναι σωματώδεις και πανύψηλοι, η εμφάνισή τους ήταν τόσο εντυπωσιακή, όσο και η κατανάλωση του αλκοόλ που κάνανε, κάνοντας τον λαό της βασιλεύουσας να τους αποκαλεί σκωπτικά "τα βασιλικά κρασοσάκουλα". Το κύριο όπλο τους ήταν ο βαρύς αμφίχειρος πέλεκυς στον οποίο ώφειλαν την ονομασία τους ως πελεκυφόρος φρουρά.

Στις δύο αυτές κατηγορίες πρέπει να προσθέσωμε τούς Συμμάχους, δηλ. τα ξένα επικουρικά στρατεύματα, τα οποία πολλές φορές καλούνται και Άτακτα. Οι σύμμαχοι καλούνται κατά τις εκστρατείες τού Βυζαντίου, αλλά δεν ενσωματώνονται στις μονάδες τού Βυζαντινού Στρατού. Ήσαν στρατιωτικά τμήματα, από τα οποία άλλα μεν έστελναν υποτελείς ή και ανεξάρτητοι ηγεμόνες, είτε βάσει συνθήκης είτε ως δείγμα φιλίας, άλλοι δε εστρατολογούντο σε ανεξάρτητα έθνη με αδρή αμοιβή. Πάντως, όλοι οι σύμμαχοι ελάμβαναν μισθό και άλλα ανταλλάγματα, είχαν δε τούς ιδικούς των διοικητάς και διατηρούσαν τον οπλισμό και τα έθιμά τους.

Άλλοι ήσαν οι μισθοφόροι. Προσήρχοντο καθ' ομάδες ή κατετάσσοντο ατομικώς στον Βυζαντινό Στρατό, πάντοτε με μισθό, και ή ετάσσοντο στις διάφορες μονάδες ή αποτελούσαν ιδιαίτερα τμήματα, με Βυζαντινούς όμως διοικητάς. Αυτοί ελέγοντο Φοιδεράτοι.

Υπήρχαν ακόμη και οι αιχμάλωτοι ή αυτόμολοι, πού εδέχοντο να υπηρετήσουν στον Βυζαντινό Στρατό, είτε διότι επεδίωκαν ολικά οφέλη, είτε για ν' αποφύγουν τα δεινά τής αιχμαλωσίας. Κατά τα άλλα, οι στρατιώται τού Βυζαντίου έπρεπε να είναι "Ρωμαίοι πολίτες", δηλ. υπήκοοι τού Βασιλέως και Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Οι αιρετικοί απεκλείοντο. Απεκλείοντο επίσης και οι τιμωρημένοι με βαρειές ποινές, καθώς και οι υπόδικοι τού είχαν διαπράξει σοβαρά παραπτώματα. Οι σκλάβοι, αλλά και οι ελεύθεροι, αλλά όχι Ρωμαίοι πολίτες, ημπορούσαν να υπηρετούν στον στρατό ως υπηρέτες.

Στα λεγόμενα πρωτοβυζαντινά χρόνια (4ο με 6ο μΧ αιώνα), υπήρχε ο θεσμός των μεθοριακών στρατευμάτων, των περίφημων Ακριτών. Σύμμφωνα με αυτόν, η γραμμή των συνόρων ήταν χωρισμένη σε περιοχές ή τομείς υπό την διοίκηση ενός αξωματούχου του Δούκα ή Κατεπάνω, ο οποίος και στρατολογούσε τους Ακρίτες από τους εντόπιους πληθυσμούς. Οι Ακρίτες είχαν αποστολή να αμύνονται σε περίπτωση εισβολής και να καθυστερούν τα εχθρικά στρατεύματα μέχρις ότου συγκεντρωθεί ο αυτοκρατορικός στρατός για να τους αντιμετωπίσει σε μάχη. Από τον 6ο αιώνα και αργότερα, τα συνοριακά στρατεύματα χάνουν το χαρακτήρα τους. Οι άνδρες τους πλέον, παρείχαν τις υπηρεσίες τους στους παλιούς ηγέτες τους (δούκες, χιλίαρχους και μεγάλους γαιοκτήμονες).



Τελευταία ανανέωση ( 09.10.14 )
 

Σαν σήμερα..

1912 : Μετά διήμερη μάχη ο Ελληνικός Στρατός (ΙΙΙ Μεραρχία) απελευθερώνει τα Γιαννιτσά, ενώ παράλληλα τμήματα της Μεραρχίας απελευθερώνουν το Πλατύ Ημαθίας και καταλαμβάνουν την γέφυρα του Λουδία. Την ίδια ημέρα, διλοχία του 4ου Τάγματος Ευζώνων απελευθερώνει χωρίς να συναντήσει αντίσταση την Σιάτιστα.


Εμφάνιση όλων

Επισκέπτες


Eπισκέπτες από τις 1/9/2008: 22226