ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
"Μην μελετάς απλά την Ιστορία. Ζήσε την!"
Πως Πολεμούσε το Βυζάντιο PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Sotiris Christodoulou   
08.10.14

Η Οργάνωση του Κατά Ξηρά Στρατού

Η στρατιωτική οργάνωση του Βυζαντίου βασιζόταν στην στρατιωτική παράδοση της αρχαίας Ρώμης. Όμως, επειδή σύντομα η αυτοκρατορία ήρθε αντιμέτωπη με πολλούς λαούς που διέθεταν μάζες ελαφρού ιππικού (Πέρσες Άραβες, Τούρκους, Ούγγρους, Πατζινάκες) και πολεμούσαν με ανάλογες τακτικές, σύντομα το βαρύ ρωμαϊκό πεζικό της αρχαιότητας που ήταν οργανωμένο στις περίφημες Λεγεώνες των 5.000 ανδρών, έδωσε την θέση του σε μικρότερες, πιό ευέλικτες μονάδες από 1.000 περίπου άνδρες, που περιλάμβαναν πλήν των Οπλιτών ή Σκουτάτων (βαρύ πεζικό με μεταλλικό θώρακα, λόγχη και ασπίδα), Ψιλούς (ελαφρύ πεζικό) καθώς και τοξότες.

Επιπλέον το ιππικό, οι Καβαλλάριοι όπως ήταν οι γενική ονομασία του, άρχισε να καταλαμβάνει πρωτεύουσα θέση στην οργάνωση και τις τακτικές του στρατού, ειδικά μετά την καταστροφική ήττα από τους Γότθους στην Αδριανούπολη το 378 μΧ. Με την πάροδο των χρόνων, οργανώθηκαν μονάδες ελαφρού ιππικού που ήταν εξειδικευμένοι ιππείς εξοπλισμένοι με τόξα ή λόγχες, και χρησίμευαν για την καταδίωξη του αντίπαλου ιππικού και για αναγνώριση, όπως πχ οι Προκουρσάτορες.

Οι Κατάφρακτοι ήταν το θωρακισμένο ιππικό που συμβόλιζε την ισχύ της Κωνσταντινούπολης, όπως κάποτε ο Λεγεωνάριος αντιπροσώπευε την ισχύ της Ρώμης. Ήταν οπλισμένοι με μακρυά λόγχη ή τόξο καί ασπίδα και ήταν βαρειά θωρακισμένοι με χαλύβδινο κράνος, κνημίδες και γάντια μεταλλικά, έφεραν δε τόσο αυτοί όσο και τα άλογά τους πλεκτό μεταλλικό θώρακα. Οι ακόμη βαρύτερα θωρακισμένοι Κατάφρακτοι ονομάζονταν Κλιβανάριοι (κλιβάνιον = θώρακας από μεταλικές φολίδες) 

Κάθε Θέμα θεωρητικά έπρεπε να συγκεντρώνει περί τους 10.000 άνδρες. Αυτός ο αριθμός βέβαια δεν ήταν σταθερός για όλα τα θέματα, καθώς από το τέλος του 10ου αιώνα ιδρύθηκαν και τα λεγόμενα μικρά Θέματα, με δύναμη 1.000 - 5.000 ανδρών περίπου. Το σύνολο των ανδρών του Θέματος λεγόταν Στρατός. Υποδιαιρούταν σε 3 - 4 Τούρμες από 2.500 άνδρες περίπου με διοικητή τον Τουρμάρχη. Κάθε Τούρμα είχε 5 - 6 Δρούγγους (400 περίπου άνδρες) και αυτός με την σειρά του υποδιαρούνταν σε 2 Βάνδα (200 - 300 άνδρες). Ένα βάνδο διαιρούταν σε 2 Κενταρχίες ή Εκατονταρχίες και αυτές σε 10 Κοντουβέρνια ή Δεκαρχίες. Η αριθμητική δύναμη των μονάδων ποίκιλε σκόπιμα για να προκαλεί σύχγυση ως προς το συνολικό μέγεθος των στρατευμάτων στους αντιπάλους.

Τρεις ήσαν βασικώς οι κατηγορίες τού προσωπικού στον Βυζαντινό Στρατό:

Το Μάχιμον. Είναι οι πολεμισταί και έχει δύο όπλα: το πεζικό και το ιππικό. Αντίθετα δε πρός τα συμβαίνοντα στους συγχρόνους στρατούς, δεν υπήρχαν ιδιαίτερα σώματα ανάλογα με το είδος τού οπλισμού, υπήρχαν όμως στο πεζικό και στο ιππικό άνδρες με διαφορετικό οπλισμό. Κάθε τάγμα, πεζικού ή ιππικού, περιελάμβανε ορισμένο αριθμό από βαρύτερα ή ελαφρότερα οπλισμένους στρατιώτες. Κατ' εξαίρεσι μόνο, εσχημάτιζαν ειδικά τάγματα ψιλών (πεζών ή ιππέων), όταν το επέβαλλαν τακτικοί λόγοι. Έτσι, σε μία μονάδα πεζικού υπήρχαν όπως ήδη αναφέρθηκε, οι οπλίτες, δηλαδή οι βαρέως οπλισμένοι με την μακρυά λόγχη και μεγάλη ασπίδα, πού έφεραν και βαρειά πανοπλία. Οι ψιλοί ή πελτασταί, πού έφεραν δόρυ και 2 -3 ακόντια και με μικρότερη πανοπλία, καθώς και οι οι σαγιτάτορες ή αρκάτοι, δηλ. οι τοξόται. Στις μονάδες βαρέως ιππικού (κατάφρακτοι, κλιβανάριοι) πολλές φορές υπήρχαν και έφιπποι κατάφρακτοι τοξότες για να απωθούν τους πολυπληθείς ιπποτοξότες των διαφόρων ασιατικών στρατών.

Το Τεχνικόν. Στο πεζικό αποτελούν τους τεχνίτες οι οποίοι συγκροτούν ιδιαίτερο τμήμα διοικούμενο από τον αρχαιότερο στο επάγγελμά τους. Αυτοί είναι οι σιδηρουργοί, καροποιοί, οπλοποιοί, ακονισταί, κατασκευασταί τοξαρίων, βελών και κονταρίων. Υπάρχουν επίσης ξεχωριστά τμήματα από τέτοιους τεχνίτες πού οι άνδρες του αποκαλούνται εργάτες ή τεχνίτες και είναι εφοδιασμένοι με κλαδευτήρια ή πελέκια, για κάθε έργο. Είναι επίσης και οι επιτασσόμενοι εργάτες ή επίτακτοι για τις οχυρώσεις. Αυτοί είναι ξένοι πρός τον στρατό.

Το ιππικό έχει μικρότερη ανάγκη τεχνιτών από το πεζικό, διότι είναι σε θέσι να φθάση γρήγορα σε κατοικημένους τόπους, όπου ημπορεί να κάμνη τις επείγουσες επισκευές. Προσπαθεί πάντοτε να διατηρή την ευελιξία και πρώτη του φροντίδα είναι ή ταχύτης.

Το Χορηγόν των αναγκαίων,  που περιελάμβανε τις διάφορες υπηρεσίες τής επιμελητείας, τούς υπηρέτες των πεζών και των ιππέων, τούς οδηγούς στα μεταγωγικά (δηλ. την εφοδιοπομπή ή Τούλδον), καθώς επίσης τούς χορηγητάς και μεταπράτας, πού συνόδευαν τον στρατό στην εκστρατεία.

Η Ρωμηωσύνη και οι Έλληνες ποτέ δεν ήταν λαός στρατοκρατικός. Πίστευαν βέβαια, ότι η στρατιωτική ανδρεία ήταν κάτι το αξιοθαύμαστο, δεν ήταν όμως γι' αυτούς όπως για την μετέπειτα ιπποτική Δύση, το μόνο επιθυμητό χάρισμα. Ο θριαμβευτής στρατηγός έμενε πάντα ένας δοξασμένος θεράπων του κράτους. Η ανάγκη ήταν που τους υποχρέωνε να οργανωθούν εγκαίρως από άποψη στρατιωτική και να δώσουν στις στρατιωτικές υποθέσεις μια προσοχή επιστημονική. Οι Βυζαντινοί ασχολήθηκαν συστηματικά με τη θεωρητική πλευρά της στρατιωτικής τέχνης. Τη στρατηγική και την τακτική τους τη στήριξαν στην ανάλυση: ανάλυση των δικών τους δυνάμεων, ανάλυση των δυνάμεων του εχθρού και ανάλυση του γεωγραφικού χώρου όπου γίνονται οι πόλεμοι και γνώριζαν να εκμεταλλεύονται κάθε δυνατότητα που τους έδινε αυτή η ανάλυση. Ήταν το μόνο οργανωμένο κράτος της εποχής του όπου μελετούσαν με προσοχή και ηρεμία την τακτική του πολέμου, την οργάνωση του στρατού και γενικά την στρατηγική τέχνη και ο μεσαιωνικός Ρωμαϊκός στρατός ήταν ο μόνος στην εποχή του που διέθετε επίσημα στρατιωτικά εγχειρίδια - Στρατιωτικούς Κανονισμούς θα λέγαμε σήμερα - που μελετούσαν υποχρεωτικά οι αξιωματικοί.

Υπήρξε μία ολόκληρη σειρά από αξιόλογους στρατιωτικούς συγγραφείς και πολλοί απ' τους ιστορικούς του ενδιαφέρθηκαν για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Χάρη σ' αυτούς μπορούμε να παρακολουθήσουμε, με ορισμένα βέβαια κενά, την ιστορική εξέλιξη των βυζαντινών όπλων και τακτικών. Για τους πρώτους αιώνες έχουμε τον ρωμαίο Βεγκέτιο (Vegetius) του 4ου μΧ αιώνα και στο τέλος του 5ου το σχολαστικό θεωρητικό Ουρβίκιο (Urbicius). Τον 6ο αιώνα ο Προκόπιος είναι πάνω απ' όλα στρατιωτικός ιστορικός. Και λίγες δεκαετίες αργότερα, ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος έγραψε το ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΝ του, μια ανεκτίμητη πραγμάτεια για τον στρατό της εποχής. Γύρω στο 900 μΧ περίπου, ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄, ένας απ' τους λίγους αυτοκράτορες, που δεν ήταν στρατιώτης, σταχυολόγησε μια πραγμάτεια, σχετικά με όλα τα στρατιωτικά θέματα, που είναι γνωστή με τον τίτλο ΤΑΚΤΙΚΑ. Γύρω στο 960 μΧ, ένας απ' τους στρατηγούς του Νικηφόρου Φωκά αφιέρωσε στον βασιλέα του ένα εγχειρίδιο (Σύνταξις Στρατηγική και Τακτική Κυρού Νικηφόρου του Βασιλέως) όπου πραγματεύεται κάθε πτυχή του πολέμου της εποχής του, ακόμα και τον ανορθόδοξο πόλεμο ή ανταρτοπόλεμο (Περί Παραδρομής Πολέμου). Επίσης υπάρχει και ένας μικρός αριθμός πραγματειών από άγνωστους σε μας συγγραφείς. Τον 11ο μΧ αιώνα ο παλιός στρατιωτικός Κεκαυμένος κατέγραψε με μορφή διαλόγου ένα μέρος από την εμπειρία του, ενώ στις αρχές του 12ου η Άννα Κομνηνή κόρη του αυτοκράτορος Αλεξίου Α' Κομνηνού έγραψε την Αλεξιάδα, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

 

Το Πολεμικό Ναυτικό

Στην επί 1.123 χρόνια ζωή του Μεσαιωνικού Ρωμαϊκού "Βυζαντινού" Κράτους, το Ναυτικό κατέχει ιδιαίτερα ξεχωριστή θέσι. Αποτελεί του αρμούς της Αυτοκρατορίας, υπηρετεί τη δόξα της και την ευημερία και αποτρέπει τον κίνδυνο. Όταν το Ναυτικό παραμελείται το Βυζάντιο ταπεινώνεται και όταν εκείνο εκλείπει, σαν πραγματική δύναμις, ακολουθεί η κατάρρευση της μεγάλης χριστιανικής Αυτοκρατορίας της ανατολής.

Στο παλαιό Ρωμαϊκό κράτος και μέσα στην γενικώτερη ατμόσφαιρα παρακμής, το Ναυτικό είχε παραμεληθεί τελείως. Ο ιδρυτής του "νέου" κράτους, ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγνώρισε την ανάγκη αλλαγής του χαρακτήρα της αυτοκρατορίας, από στεριανή δύναμη σε θαλασσοκράτειρας. Η ίδρυση του πρώτου πολεμικού στόλου του Βυζαντίου αποδίδεται στον Λέοντα Α' τον Θράκα (457 - 474 μΧ) που έγινε για την αντιμετώπιση των επιδρομών των Βανδάλων από την Βόρειο Αφρική. Το καινούριο Ναυτικό έχει την έδρα του στην Κωνσταντινούπολι και τελεί υπό ενιαία διοίκησι, τη διοίκησι του Στόλου των Καραβησιάνων. Ο αρχηγός του λέγεται Στρατηγός των Καραβησιάνων, για να μετονομασθή αργότερα σε Δρουγγάριο (που σημαίνει χιλίαρχος, δηλαδή διοικητής χιλίων ανδρών).

Αργότερα, στο πρώτο ήμισυ του 8ου αιώνος γίνεται αναδιοργάνωσις του Ναυτικού από τον Λέοντα Γ', τον Ίσαυρο (717 - 741 μΧ). Με την αναδιοργάνωσι αυτή καταργείται η ενιαία διοίκησις του στόλου και δημιουργούνται περισσότερες διοικήσεις της Ναυτικής δυνάμεως, που είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους και εδρεύουν, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, στις περιοχές οι οποίες απειλούνται από τους Άραβες. Ο αρχηγός του Ναυτικού όπως θα ελέγαμε σήμερα, έφερε το τίτλο Δρουγγάριος των Πλωΐμων ενώ αργότερα, κατά τον 11ο αιώνα, ωνομάζετο και Μέγας Δούξ, και ήταν από τους ανωτάτους αξιωματούχους της Αυτοκρατορίας. Τον βοηθά στα καθήκοντά του ένα επιτελείο με τον Πρωτοσπαθάριο (Αρχιεπιστολέα του Στόλου, Επιτελάρχης), Σακελλάριο (Οικονομικό αξιωματικό), τον Πραίτωρα (Ναυτοδίκη), τον Ιατρό και τον Ιερέα. Υπήρχε δε στην Κωνσταντινούπολι ναυτικό δικαστήριο (ναυτοδικείο, θα ελέγαμε σήμερα) , που ο Πρόεδρός του έφερε τον τίτλο του Πρωτοσπαθαρίου της Φιάλης. Το δικαστήριο αυτό εδίκαζε κυρίως τα παραπτώματα των πληρωμάτων, που υπηρετούσαν στους βασιλικούς δρόμωνες δηλ. στα πολεμικά καράβια του κεντρικου, του αυτοκρατορικού στόλου. Μετά τη μεταρύθμιση του Λέοντος Γ', δημιουργήθηκαν τρεις τελείως ξεχωριστοί στόλοι η ορθότερα, κατηγορίες στόλων :

Ο κεντρικός ή αυτοκρατορικός στόλος ή Βασιλικόν Πλώϊμον. Αποτελείται από βαριά πλοία, τους δρόμωνες, οπλίζεται, επανδρώνεται και συντηρείται από την Κωνσταντινούπολι και επιφορτίζεται βασικά με μακρυνές αποστολές. Τον καιρό της ειρήνης σταθμεύει στην πρωτεύουσα ή τα στρατηγικά σημεία του θαλασσινού μετώπου της Αυτοκρατορίας, πού ελέγχουν τους διεθνείς θαλάσσιους δρόμους. Τα πληρώματα του στρατολογούνται στην Πρωτεύουσα και τα περίχωρα της ανάμεσα στους επαγγελματίες ναυτικούς αλλά και σ' ολόκληρη την αυτοκρατορία. Καθώς όμως δεν επαρκεί ο στόλος αυτός να υπερασπίση τα απέραντα παράλια των χωρών της Αυτοκρατορίας, βοηθείται από το Θεματικόν Πλώϊμον δηλ. τους περιφερειακούς στόλους πού χωρίζονται σε επαρχιακούς και (καθαρά) θεματικούς.

Ο επαρχιακός στόλος. Αποτελείται βασικά από ελαφρές πολεμικές μονάδες, τις γαλέες ή μονήρια και τα χελάνδια ή του μικρούς δρόμωνες. Oι μοίρες του σταθμεύουν στην επαρχία, στην οποία ανήκει, υπάγεται διοικητικά στις αρχές της επαρχίας αυτής (ή του θέματος) δηλ. στο Στρατηγό του θέματος, οπλίζεται και συντηρείται από την κεντρική εξουσία δηλ. το Θησαυροφυλάκιο της Πρωτευούσης και επανδρώνεται με ναυτικούς, που στρατολογούνται επί τόπου άλλα και σέ διάφορα άλλα σημεία της Αυτοκρατορίας. Επιφορτισμένος με την φρούρησι των ακτών της επαρχίας του είναι βασικά ένας αμυντικός σχηματισμός. Έχει επί κεφαλής του τον Τουρμάρχη του Πλωΐμου (= τον διοικητή μοίρας) και εφόσον δρα στην επαρχία του υπάγεται στον στρατηγό, διοικητή της Επαρχίας, όταν όμως μετέχη σε γενικώτερες επιχειρήσεις υπάγεται στον Δρουγγάριον των Πλωΐμων. Ο Τουρμάρχης, διορίζεται από τον Αυτοκράτορα και έχει συνήθως στη δύναμή του 3-4 ελαφρά πλοία, σπανίως δε περισσότερα.

Ο θεματικός στόλος. Συγκροτείται μόνο στα ναυτικά θέματα δηλ. στα θέματα (ή περιφέρειες) εκείνα, στα οποία λόγω της γεωγραφικής των θέσεως ή της εκτάσεως των παραλίων δικαιολογείται να υπάρχη ισχυρός στόλος. Αποτελείται από πλοία όλων των ειδών (δρόμωνες και ελαφρά πλοία), από τα οποία οι δρόμωνες είναι εφοδιασμένα με το τρομερό Υγρόν Πυρ, όπως και τα καράβια του αυτοκρατορικού στόλου. Εξοπλίζεται και συντηρείται στις Επαρχίες-Θέματα, από τις οποίες και εξαρτάται. Διαθέτει βάσεις, ναυπηγεία και ναυστάθμους. Επανδρώνεται με ναυτικούς, που στρατολογούνται στην επαρχία, όπου σταθμεύει. Αποστολήν έχει να προστατεύη την περιοχή, που τον συγκροτεί και τον συντηρεί και να προσβάλλη στην ακτίνα δράσεως του τους εχθρικούς στόλους. Υπάγεται στον διοικητή της περιοχής ή του θέματος, ο οποίος επειδή το θέμα είναι ναυτικό δεν είναι στρατιωτικός αλλά ναυτικός και φέρει τον τίτλο του Δρουγγαρίου δηλ. του ναυάρχου.

Οι στόλοι υποδιαιρούντο σε μοίρες, κάθε δε μοίρα αποτελείτο από 3-5 δρόμωνες και είχε διοικητή τον Κόμη. Ο πολεμικός άρχων (πλοίαρχος) κάθε πλοίου ωνομαζόταν Κεντυρίων δηλαδή Εκατόνταρχος, διότι ο δρόμων - το καθ' αυτό πολεμικό καράβι των Βυζαντινών - είχε εκατό κουπιά, με ισάριθμους ερέτες ή ελάτες (κωπηλάτες). Αργότερα ονομάσθηκε Κυβερνήτης ή Καπετάνιος (από αναγραμματισμό του τίτλου Κατεπάνω).

Τα πολεμικά όμως που κυριαρχούν στο πολεμικό Ναυτικό του Βυζαντίου είναι ο δρόμων και κατά δεύτερον λόγο το χελάνδιον. Το όνομα δρόμων σημαίνει το ταχύ πλοίο ενώ η λέξη χελάνδιο προέρχεται από το χέλυς (έγχελυς) και δηλώνει το πλοίο, που έχει μακρύ σχήμα. Το κύριο χαρακτηριστικό τόσο του δρόμωνα όσο και του χελανδίου είναι η ταχύτητα. Είναι μακρυά κωπήλατα πλοία, τα οποία ξεχωρίζουν από τα καράβια του εμπορικού ναυτικού, που ήσαν στρογγυλεμένα και εκινούντο με ιστίο. Στον δρόμωνα όπως και στο χελάνδιο υπήρχε ο σίφων υγρού πυρός και ξυλόκαστρον. Το υγρό πύρ ήταν το μυστικό όπλο του Βυζαντινού ναυτικού και ο τρόπος και τα υλικά παρασκευής του ήταν κρατικό απόρρητο, σε σημείο που ακόμη και σήμερα δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για την σύνθεσή του. Εκτοξευόταν με ένα ισχυρό σφύριγμα από τον σίφωνα ή δράκοντα - που ήταν μία χειροκίνητη αντλία στην πλώρη του πλοίου - και προκαλούσε μεγάλο τρόμο στους αντίπαλους στόλους από το γεγονός οτι δεν έσβυνε με νερό αλλά έκαιγε ακόμη και στην επιφάνεια της θάλασσας.

 

Επίλογος

Η Ρωμανία, η μεγάλη αυτή χριστιανική αυτοκρατορία της ανατολής - το Βυζάντιο όπως είναι ευρύτερα γνωστό - παρέμεινε σε όλη την ιστορία της ο ακλόνητος προστάτης της Ευρώπης, λειτουργώντας επί έντεκα και πλέον αιώνες ως κυμματοθραύστης των βαρβαρικών επιδρομών. Πέρα από αυτό τον αμυντικό ρόλο που έφερε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία μέχρι το τέλος του, λειτούργησε και σαν κιβωτός του Ελληνικού πνεύματος διαφυλάσσοντας το μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής γραμματείας που είναι γνωστό σήμερα, πνεύμα το οποίο χρησίμευσε για την αφύπνιση της Ευρώπης από τα στην εποχή που ονομάσθηκε από τους ιστορικούς Αναγέννηση.

H συνεχής πάλη και φροντίδα για την επιβίωσή της έναντι εξωτερικών κινδύνων και η διαρκής επαγρύπνηση για τη διατήρησή της, την οδήγησαν στην εμπέδωση συμπαγούς και λεπτομερειακής στρατιωτικής οργάνωσης κατά ξηρά και θάλασσα, η οποία επεκτεινόμενη σ' ολόκληρη τη χώρα αποτέλεσε το ισχυρότερό της όπλο, για την επιβολή της, προς όλους τους γείτονές της. H οργάνωση της εκπαίδευσης του στρατού, η αυστηρή πειθαρχία, η επιστημονική κατάρτιση και τα ειδικά σχολεία φοίτησης των αξιωματικών, η αδιάσπαστη ενότητα των στρατιωτικών αρχηγών από τη μια και από την άλλη η οργάνωση άριστων και πολυάριθμων ναυτικών δυνάμεων, ήταν εκείνα που έδωσαν τις λαμπρές νίκες και γλίτωσαν το Βυζάντιο από την απειλούμενη κατάλυση από τη μωαμεθανική αραβική επιδρομή σε εποχή που η Ευρώπη έφθασε πολύ κοντά να υποδουλωθεί σ' αυτούς.

Αποτελεί δε, μία θλιβερή απιβεβαίωση της ρήσης του Ηράκλειτου "Ο πιό σίγουρος εχθρός σου είναι ο αχάριστος που ευεργετήθηκε από σένα" το οτι ο πιό σημαντικός εξωτερικός παράγοντας ο οποίος επιτάχυνε την τελική κατάλυσή της Αυτοκρατορίας, είναι η βραχυχρόνια κατάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Λατίνους σταυροφόρους. Αυτή ήταν ένα σοβαρό πλήγμα από το οποίο η αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να ανανήψη ποτέ, μέχρι την τελική κατάκτησή της από τους Οθωμανούς, δύο περίπου αιώνες μετά.



Τελευταία ανανέωση ( 09.10.14 )
 

Σαν σήμερα..

1912 : Ελληνικό απόσπασμα δύο ταγμάτων πεζικού και μίας πυροβολαρχίας αποβιβάζεται και απελευθερώνει τους Άγιους Σαράντα στην Βόρειο Ήπειρο. Καθώς όμως δέχθηκε ισχυρή εχθρική πίεση αναγκάσθηκε να υποχωρήσει την 28/11 και να διεκπεραιωθεί διά θαλάσσης στην Κέρκυρα.


1940 : Ο Ελληνικός Στρατός (Γ' ΣΣ) απελευθερώνει την Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου.


Εμφάνιση όλων

Επισκέπτες


Eπισκέπτες από τις 1/9/2008: 22401