Η Μάχη του Άσκλου (Asculum - 279 π.Χ.)
Γράφει ο/η Sotiris Christodoulou   
03.05.13
Το παρακάτω κείμενο διανεμήθηκε σαν ενημερωτικό υλικό στην σχετική παρουσίαση / αναπαράσταση του ΕΣΦΙΠΣ στην 1η Έκθεση Παιχνιδιών Στρατηγικής και Φαντασίας στην Άρτα 26-28 Απριλίου 2013.

  
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΣΚΛΟΥ 
Ιούλιος του 279 πΧ

Πολιτικοστρατιωτικό υπόβαθρο
Μετά τον θάνατο του τυράννου των Συρρακουσσών Αγαθοκλέους το 289 πΧ, το ισχυρό κράτος που είχε οικοδομήσει στην νότιο Ιταλία διαλύθηκε και οι ελληνικές πόλεις ανέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Παράλληλα όμως δημιουργήθηκε και ένα κενό δυνάμεως το οποίο έσπευσε να καταλάβει η ανερχόμενη τότε δύναμη, η Ρώμη. Έτσι μία μία η ελληνικές πόλεις, ερχόταν σε συμβιβασμό και συνομολογούσαν συνθήκες με την Ρώμη, δεχόμενες μάλιστα πολλές φορές και ρωμαϊκές φρουρές. Εξαίρεση αποτέλεσε η μεγάλη και πλούσια πόλη του Τάραντα, η οποία - υπερτιμώντας τις δυνάμεις της - απέρριψε υπεροπτικά τις ρωμαϊκές προτάσεις. Οι Ρωμαίοι, τηρώντας ακόμη μετριοπαθή στάση, περιορίσθηκαν σε μία απλή επίδειξη δύναμης εμπρός ατα τείχη του Τάραντα, επίδειξη που ήταν αρκετή για να κάνουν τους Ταραντίνους να αντιληφθούν την δύσκολη θέση στην οποίαν είχαν περιέλθει. Έτσι, αποφάσισαν να καλέσουν σε βοήθεια στον πόλεμο αυτόν κατά της Ρώμης τον καλύτερο εν ζωή στρατηγό της εποχής του και εξάδελφο του Μεγάλου Αλέξανδρου, τον βασιλέα της Ηπείρου Πύρρο.

Εκστρατεία του Πύρρου στην Ιταλική χερσόνησο και την Σικελία
Ο Πύρρος, ο οποίος από καιρού είχε φιλοδοξίες για να κατακτήσει την ν. Ιταλία και ιδίως την Σικελία,  αποδέχθηκε πρόθυμα την πρόσκληση των Ταραντίνων. Έλαβε μάλιστα και γενναία συυνδρομή από τους άλλους βασιλείς της Ανατολής : Ο Πτολεμαίος Κεραυνός της Μακεδονίας του έδωσε στρατό και πολεμικούς ελέφαντες, ο Αντίγονος Γονατάς διέθεσε στόλο για την διεκπεραίωσή του στην Ιταλία και ο Αντίοχος της Μικράς Ασίας άφθονη οικονομική βοήθεια. Στην Ιταλία τον περίμεναν οι ενωμένες δυνάμεις των ιταλιωτών Ελλήνων και των βαρβάρων Σαμνιτών, Λευκανών και Βρεττίων που είχαν συνασπισθεί κατά της Ρώμης. Ο Πύρρος επικεφαλής 20.000 πεζών, 3.000 ιππέων, 2.000 τοξοτών, 500 σφενδονητών και 20 ελεφάντων, αποβιβάσθηκε την άνοιξη του 280 πΧ στον Τάραντα, όπου έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό. Εκεί, υπερνικώντας τις αντιρρήσεις μερίδας των Ταραντίνων, οργάνωσε και εκπαίδευσε στον Μακεδονικό τρόπο πολέμου σημαντικό αριθμό πολιτών του Τάραντα, που τους ενσωμάτωσε στο στράτευμά του.
Η αντίδραση της Ρώμης ήταν άμεση: Συγκέντρωσε ισχυρό στράτευμα από τέσσερεις λεγεώνες 9 - 10.000 ανδρών η μία, και υπό την διοίκηση του ύπατου Πόπλιου Βαλέριου Λαβίνου, κινήθηκε προς νότον για να αντιμετωπίσει την απειλή. Ο Πύρρος, μόλις πληροφορήθηκε την προσέγγιση των Ρωμαίων, έσπευσε να κινηθή εναντίον τους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν τον Ιούλιο του 280 πΧ στην Ηράκλεια, όπου οι Ρωμαίοι παρά την ελαφρά αριθμητική υπεροχή τους υπέστησαν πανωλεθρία, καθώς ήρθαν αντιμέτωποι - πέραν της τακτικής ιδιοφυΐας του Πύρρου - και με ένα πρωτόγνωρο και τρομακτικό όπλο: τον πολεμικό ελέφαντα.
Η ήττα της Ηρακλείας είχε σημαντική επίπτωση στο ηθικό των Ρωμαίων και ο Πύρρος έσπευσε να το εκμεταλευθεί βαδίζοντας προς την Ρώμη, προσφέροντάς της παράλληλα προτάσεις ειρήνης με πολύ μετριοπαθείς όρους. Οι ρωμαϊκή σύγκλητος όμως απέρριψε κάθε συνδιαλαγή με τον Ηπειρώτη βασιλέα. Κατόπιν αυτού, ο Πύρρος αποφάσισε να εξουδετερώσει την ρωμαϊκή δύναμη καταλαμβάνοντας μία μία τις επαρχίες της Ρώμης. Έτσι, την άνοιξη του 279 πΧ κινήθηκε κατά της Απουλίας, καταλαμβάνοντας ή εξαναγκάζοντας σε αποστασία πολλές από τις πόλεις της. Οι Ρωμαίοι αντιδρώντας, συγκέντρωσαν νέο στράτευμα από 4 λεγεώνες (40.000 άνδρες) και κινήθηκαν προς νότον, για να συναντήσουν τελικά τους αντιπάλους τους τον Ιούλιο του 279 πΧ στις όχθες του ποταμού Αυφίδιου.



Η Μάχη του Άσκλου και η Πύρρειος Νίκη
Ο Πύρρος είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για την ανδρεία και την ικανότητα των Ρωμαίων στρατιωτών. «Με τέτοιους στρατιώτες, θα είχα κατακτήσει τον κόσμο» είχε πεί αμέσως μετά την Ηράκλεια. Για δεύτερη φορά, ο στρατός του παρατασσόταν στην αντίπερα όχθη του ποταμού Αυφίδιου, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Ρωμαϊκό, υπό την διοίκηση των υπάτων Πόπλιου Σουλπίκιου Σαβερίου και Πόπλιου Δέκιου Μύ.
Ο σκληρός πυρήνας του στρατού του Πύρρου ήταν το βαρύ πεζικό του, που παρατασσόταν και εμάχονταν σε πυκνό σχηματισμό - την περίφημη και ακαταμάχητη μακεδονική φάλαγγα - οπλισμένοι κατά τα μακεδονικά πρότυπα με την εξάμετρη λόγχη πεζικού, την σάρισα. Αυτοί περιστοιχίζονταν από αρκετούς Έλληνες από την κυρίως Ελλάδα και την κάτω Ιταλία (την Μεγάλη Ελλάδα) και τους συμμάχους του  Λευκανούς, Σαμνίτες και Βρέττιους, παλιούς εχθρούς της Ρώμης. Διέθετε επίσης περί τις 3.000 ιππικό και περί τις 2.000 ελαφρύ πεζικό ή ψιλούς, τοξότες και σφενδονήτες. Αλλά το μυστικό του όπλο, αυτό που τρομοκράτησε τους άμαθους Ρωμαίους και τους συμμάχους τους, ήταν οι επιβλητικοί και επίφοβοι πολεμικοί ελέφαντες, όπλο που οι μακεδόνες γνώρισαν και υιοθέτησαν επί Αλέξανδρου του Μεγάλου στις μακρυνές Ινδίες. Συνολικά ο στρατός του δεν πρέπει να αριθμούσε περισσότερους από 30.000 άνδρες.
Αριθμητικά, οι Ρωμαίοι υπερείχαν ελαφρά, παρατάσσοντας 35 - 40.000 περίπου άνδρες, που περιλάμ­βα­ναν 4.000 περίπου ιππείς και 8.000 ελαφρούς πεζούς. Η βάση του στρατού τους ήταν επίσης το βαρύ πεζικό που ήταν οργανωμένο σε λεγεώνες των 9.000 περίπου ανδρών η καθε μία. Η δομή και ο τρόπος που πολεμούσε η λεγεώνα ήταν ιδιόμορφος και εντελώς διαφορετικός από αυτόν της αρχαίας οπλιτικής φάλαγγας, είχε δε αρχίσει να διαμορφώνεται και να εξελίσσεται τα τελευταία 200 χρόνια. Οι λεγεωνάριοι που ήταν οπλισμένοι με κοφτερό ξίφος και δύο ακόντια, τους υσσούς (pila), παρατάσσονταν σε τρείς γραμμές τους πριγκηπες τους άστατους και τους τριάριους, σε έναν σχηματισμό που από ψηλά θύμιζε τα τετράγωνα της σκακιέρας, τον λεγόμενο σχηματισμό αβακίου. Ο τρόπος αυτός της παρατάξεως φαίνεται οτι επέτρεπε την γρήγορη εναλλαγή και αλληλουποστήριξη των σειρών στην διάρκεια της μάχης, γεγονός που έδινε στο Ρωμαϊκό πεζικό πρωτόγνωρη ευελιξία.
Η μάχη εξελίχθηκε σε δύο ημέρες. Την πρώτη, ο ηπειρώτης βασιλέας διαπίστωσε πως οι Ρωμαίοι, που είχαν πάρει μία γεύση από το ακαταμάχητο της μακεδονικής φάλαγγας σε επίπεδο και πεδινό έδαφος στην μάχη της Ηρακλείας, είχαν αναπτύξει τον στρατό τους στις δασωμένες και δύσβατες όχθες του ποταμού. Επιπλέον, είχαν αναπτύξει μία σειρά από αντίμετρα κατά των ελεφάντων, όπως βαρειές βοϊδάμαξες με μακρυά δρέπανα στους τροχούς και με πλήρωμα τοξότες, προκειμένου να απωθήσουν τα φοβερά αυτά θηρία.
Έτσι, την πρώτη ημέρα αν και αγωνίσθηκε σκληρά, ο στρατός του Πύρρου δεν μπόρεσε να απωθήσει τους Ρωμαίους που κατείχαν την απότομη αριστερή όχθη του ποταμού και να σχηματίσει προγεφύρωμα, καθώς οι τελευταίοι καταπονούσαν τους άνδρες του με συνεχείς οπισθοχωρήσεις και αντεπιθέσεις έως το σούρουπο. Φαίνεται όμως, οτι οι Ρωμαίοι έκαναν το σφάλμα να αποσυρθούν το βράδυ για διανυκτέρευση στο στρατόπεδό τους, δίνοντας  την ευκαιρία στους αντιπάλους τους να καταλάβουν με αποσπάσματα ελαφρού πεζικού τα δεσπόζοντα υψώματα της όχθης. Κατόπιν αυτού ,το επόμενο πρωΐ ο Ηπειρωτικός στρατός μπόρεσε να διαβεί απρόσκοπτα τον Αυφίδιο ποταμό και να παραταχθεί στην πεδιάδα του Ασκλου, όπου η φάλαγγά του και οι ελέφαντες θα είχαν την μέγιστη δυνατή απόδοση.
Και οι δύο στρατοί επέλεξαν την κλασσική παράταξη με το βαρύ πεζικό στο κέντρο και το ιππικό τους στις δύο πτέρυγες.
Ο Πύρρος που είχε πάρει μία γεύση από την μεγάλη ευελιξία των λεγεώνων στην μάχη της Ηράκλειας, παρέταξε - σύμφωνα με τον Πολύβιο - πολλούς από τους συμμάχους του ανάμεσα στις τάξεις της φάλαγγάς του προκειμένου να της προσδώσει έναν βαθμό ευελιξίας. Στο δεξιό κέρας έταξε τις ίλες ιππικού των Σαμνιτών, Θεσσαλών, Βρεττίων και μισθοφόρων των Ταραντίνων. Στο κέντρο παρατάχθηκε το πεζικό με την μακεδονική φάλαγγα να εναλλάσσεται με Ιταλούς, Ιταλιώτες και Έλληνες συμμάχους και μισθοφόρους καθώς και Ταραντίνοι «λευκάσπιδες» που είχαν εξοπλισθεί και εκπαιδευθεί στον μακεδονικό τρόπο πολέμου, την φάλαγγα. Στα αριστερά παρατάχθηκε επίσης ιππικό - Ακαρνάνες, Αιτωλοί, Μακεδόνες και Ιταλοί σύμμαχοι. Το βασιλικό ιππικό άγημα από 2.000 επίλεκτους ιππείς υπό την προσωπική διοίκηση του Πύρρου, τάχθηκε πίσω από το κέντρο, σαν εφεδρεία, πλαισιωμένο από τους 20 πολεμικούς ελέφαντες.
Οι Ρωμαίοι παρέταξαν, πλαισιωμένες από ιππικό, κατά σειρά από τα αριστερά, την πρώτη, τρίτη, τέταρτη και δεύτερη λεγεώνες, ενώ κράτησαν έναν αριθμό από ψιλούς σαν εφεδρεία.
Η μάχη άρχισε με την μετωπική σύγκρουση των πεζικών δυνάμεων στο κέντρο, καθώς οι Ρωμαίοι πήραν την πρωτοβουλία και επεχείρησαν να διασπάσουν και να απωθήσουν την φάλαγγα, πρίν ο Πύρρος προλάβει να εμπλέξει τους ελέφαντές του, και για πολλή ώρα στο κέντρο της πεδιάδας εξελίχθηκε σκληρή σύγκρουση μεταξύ ισοδύναμων σε εκπαίδευση και γενναιότητα στρατών. Όμως, το δάσος των σαρισών που πρότεινε η μακεδονική φάλαγγα και η πυκνή ώμο με ώμο παράταξη των ανδρών της, αποδείχθηκαν άλλη μία φορά αδιαπέραστα, και οι προσπάθειες των λεγεωνάριων που εκτοξεύαν τους υσσούς και χρησιμοποιούσαν επιδέξια τα κοφτερά τους ξίφη αποδείχθηκαν μάταιες. Το μέτωπο της φάλαγγας παρέμεινε συμπαγές και οι λεγεώνες άρχισαν να δείχνουν σημεία κοπώσεως.
Την στιγμή αυτή ακριβώς διάλεξε ο Πύρρος να ρίξει τους ελέφαντες στην μάχη, οι οποίοι υποστηρίζονταν από ελαφρύ πεζικό οπλισμένο με ακόντια και τόξα που εξουδετέρωσαν τα «αντι-ελεφαντικά» αυτοσχέδια όπλα των Ρωμαίων. Τα τεράστια ζώα έπεσαν με ορμή στο Ρωμαϊκό πεζικό το οποίο άρχισε να λυγίζει και να διασπάται κάτω από την συνδιασμένη αυτή πίεση και σχεδόν ταυτόχρονα, ο Πύρρος εκτόξευσε έφοδο του βασιλικού Αγήματος, της οποίας ηγήθηκε ο ίδιος. Ο αρχικός κλονισμός των Ρωμαίων μετατράπηκε σε αταξία και πανικό και οι λεγεώνες τράπηκαν σε άτακτη φυγή.
Οι απώλειες και των δύο πλευρών ήταν βαρειές. Οι Ρωμαίοι φαίνεται να έχασαν 6 - 8.000 άνδρες, ενώ ο στρατός του Πύρρου είχε περίπου 3.500 απώλειες. Η Ρώμη όμως είχε μεγάλους υλικούς και ανρώπινους πόρους και εύκολα μπορούσε να αναπληρώσει τα στρατεύματα που έχανε, σε αντίθεση με τους ηπειρώτες που, καθώς επιχειρούσαν μακρυά από την πατρίδα τους, δεν είχαν αυτή την δυνατότητα. Η μάχη αυτή γέννησε και την φράση «Πύρρειος νίκη» που σημαίνει την νίκη που στοίχισε πολύ ακριβά. Η παράδοση φέρει τον Πύρρο να λέει, καθώς τον συνέχαιραν για την νίκη του αυτή: «Άλλη μία τέτοια νίκη κατά των Ρωμαίων και έχουμε καταστραφεί»
 



Από αριστερά προς τα δεξιά : 1. Η διάταξη των δύο αντιπάλων στρατών από την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ Τόμος Δ.. 2. Η ίδια διάταξη στο επιτραπέζιο πεδίο μάχης του ΕΣΦΙΠΣ φιλοτεχνηθέντος δια χειρών Νικολάου Δαλαμπύρα. 3. Ο Πύρρος επικεφαλής του Αγήματος των Βασιλικών Εταίρων και με τους Ελέφαντες του Πτολεμαίου Κεραυνού, στην εφεδρεία.  4. "Μηδέν δεινότερον και φοβερότερον εωρακέναι φάλαγγος μακεδονικής". Με την κραυγή "ελελεύ" οι σαρισοφόροι Μακεδόνες και Ηπειρώτες ξεκινούν την επίθεση κατά των Ρωμαίων. 5. Αν οι Ρωμαίοι αισθάνονται ανησυχία, δεν το δείχνουν καθώς οι κοφτές διαταγές των εκατόνταρχων και των χιλιάρχων τους προετοιμάζουν για την επερχόμενη σύγκρουση.  6. Η εκστρατείες του Πύρρου στην Μεγάλη Ελλάδα και την Σικελία.

 
Αποχώρηση του Πύρρου από την Ιταλία και κατάκτηση της Μεγάλης Ελλάδος από τους Ρωμαίους
Μετά την μάχη στο Άσκλο ο Πύρρος προετοιμάσθηκε για συνέχιση των επιχειρήσεων κατά της Ρώμης. Και φρόντισε να λάβει ενισχύσεις από την Ήπειρο σε χρήματα και άνδρες. Τα νέα όμως που έφθασαν από την Ελλάδα τον έκαναν να αναβάλλει την επανάληψη των εχθροπραξιών επ’ αόριστον. Οι Γαλάτες είχαν εισβάλλει στην Μακεδονία και στην σφοδρή μάχη που δόθηκε στην κοιλάδα του Αώου, ο μακεδονικός στρατός ηττήθηκε και ο Πτολεμαίος Κεραυνός σκοτώθηκε. Έτσι, αποδεχόμενος τις εκκλήσεις των Σικελιωτών Ελλήνων, αποφάσισε να εκστρατεύσει στην Σικελία προκειμένου να απαλλάξει τις ελληνικές πόλεις από την επικείμενη Καρχηδονιακή κυριαρχία. Όντως, από το φθινόπωρο του 278 πΧ μέχρι το φθινόπωρο του 276 πΧ επιδόθηκε στην διαδοχική απελευθέρωση των ελληνικών αποικιών της Σικελίας, γινόμενος με μεγάλο ενθουσιασμό δεκτός από τους κατοίκους. Οι Καρχηδόνιοι, παρ’ όλο που διέθεταν μεγαλύτερο στρατό και ανάλογο με τον Πύρρο στόλο, δεν τόλμησαν να δώσουν μάχη εκ παρατάξεως εναντίον των Ηπειρωτών.
Τα τέλη του 277 πΧ επιχείρησε να καταλάβει την τελευταία ναυτική βάση των Καρχηδονίων, το Λιλύβαιο. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλε και τις συνεχείς εφόδους, η πόλη παρέμεινε απόρθητη. Τα σχέδιά του για εισβολή στα Καρχηδονιακά εδάφη δεν βρήκαν υποστηρικτές στους Σικελιώτες Έλληνες και ο Πύρρος επέστρεψε - προσωρινά - στην Ήπειρο. Κατά την απουσία του, οι Ρωμαίοι δεν προέβησαν σε σοβαρές πολεμικές επιχειρήσεις κατά των ελληνικών πόλεων, αλλά ασχολήθηκαν με την αναδιοργάνωση του στρατού τους.
Ακολούθησε δεύτερη εκστρατεία του στην Ιταλία (276 - 275 πΧ). Η επιστροφή του και μόνο, ενέσπειρε τον πανικό στους Ρωμαίους οι οποίοι όχι μόνο δεν επιχείρησαν να συμπράξουν με τους Καμπανούς και τους Καρχηδόνιους, κοινούς εχθρούς του Πύρρου, αλλά λιποτακτούσαν μαζικά και από τον στρατό. Με την λήψη έκτακτων αυστηρών μέτρων η Ρώμη συγκρότησε δύο υπατικούς στρατούς, πιθανότατα από δύο λεγεώνες ο καθένας και υπό την διοίκηση των υπάτων Μάνιου Κούριου Δεντάτου και Λεύκιου Κορνήλιου Λέντιλου συνάντησαν τον Πύρρο στην μικρή πεδιάδα του Βενεβέντου, το καλοκαίρι του 275 πΧ. Η μάχη έληξε με ήττα των Ηπειρωτών και οδήγησε τον Πύρρο σε πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο. Τελικά ο μεγάλος αυτός ηγέτης, αναγκάσθηκε σταδιακά να επιστρέψει στην πατρίδα του με όσους είχαν απομείνει από το εκστρατευτικό του σώμα, μέχρι το 273 πΧ.
Από το επόμενο καλοκαίρι (272 πΧ), οι Ρωμαίοι άρχισαν την σταδιακή υποταγή των ελληνικών πόλεων της Μεγάλης Ελλάδος, με πρώτο τον Τάραντα. Μετά την πτώση της άλλοτε κραταιάς και πλούσιας πόλεως, όλες οι υπόλοιπες αλλά και τα εξουθενωμένα από τους πολέμους βαρβαρικά φύλα, υπέκυψαν σύντομα στην κυριαρχία της Ρώμης.
 
Επίλογος
Η στρατιωτική ιδιοφυία ενός μόνου ηγέτη δεν στάθηκε αρκετή για να εμφυσήσει ζωή στους Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδος, που αιώνες ευημερίας τους είχαν κάνει να λησμονήσουν πως η ελευθερία απαιτεί ομόνοια, πειθαρχία και πρόθυμη αποδοχή όλων των αναγκαίων θυσιών για την διατήρησή της. Οι πανάρχαιες ελληνικές αυτές πόλεις, αντί να συμπλεύσουν υπό την ηγεσία του ενωμένες έναντι του κοινού εχθρού, μόλις ο κίνδυνος προσωρινά απομακρυνόταν έσπευδαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο τις μεταξύ τους προστριβές, γινόμενες έτσι εύκολη λεία στην αναδυόμενη υπερδύναμη της εποχής : την Ρώμη, που στην πρώτη μεγάλη σύγκρουσή της με τους Έλληνες αναδείχθηκε θριαμβεύτρια, αποκομίζοντας πολεμική εμπειρία και υιοθετώντας το ελληνικό νομισματικό σύστημα έθεσε τις βάσεις για να μετατραπεί από μία άγνωστη μικρή πόλη, σε περιφερειακή υπερδύναμη και τελικά σε αυτοκρατορία.
Μία αυτοκρατορία που στο δωδεκάτομο έργο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ» ο μεγάλος Αγγλοσάξωνας ιστορικός Αρνολντ Τόϋνμπη αποκαλεί Οικουμενικό Ελληνικό Κράτος.
 



O ΡΩΜΑΪΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ

Κατά την εποχή που εξετάζουμε, ο στρατός των Ρωμαίων ήταν οργανωμένος σε λεγεώνες. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό ρήμα “legere” , που σημαίνει «διαλέγω». Οι λεγεώνες αυτές όμως, διέφεραν πολύ από τα στρατεύματα με τα οποία ο Ιούλιος Καίσαρας για παράδειγμα, κατέκτησε διακόσια χρόνια αργότερα την Μεσόγειο…
Κατά την αρχαιότητα, όπου το μεγαλύτερο μέρος του γνωστού τότε κόσμου ήταν χωρισμένο σε «πόλεις – κράτη», οι άντρες στρατεύσιμης ηλικίας πήγαιναν στον πόλεμο εξοπλισμένοι με τον τρόπο που μπορούσε ο καθένας να διαθέσει για τον εαυτό του. Στην ρωμαϊκή κοινωνία όμως, η υποχρέωση της στράτευσης δεν αφορούσε μόνο στους κατοίκους που διέμεναν αυστηρά στην πόλη της Ρώμης και τα περίχωρα της, αλλά και στους κατοίκους των κατεκτημένων περιοχών! Κατά συνέπεια, οι Ρωμαίοι ήταν συνήθως σε θέση να επιστρατεύσουν πολύ πιο πολυάριθμο στρατό απ’ όσο οι εκάστοτε αντίπαλοι τους και αυτό ήταν -σε βάθος χρόνου- ένα από τα μεγαλύτερα τους στρατηγικά πλεονεκτήματα. Στις λεγεώνες λοιπόν, καλούνταν να υπηρετήσουν όσοι άντρες διέθεταν προσωπική περιουσία και ήταν σε θέση να αγοράσουν και να συντηρήσουν τον εξοπλισμό τους αλλά και την διατροφή τους για όσο χρειαζόταν. Σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης όμως, οι ζητιάνοι και οι σκλάβοι επιστρατεύονταν επίσης, στους οποίους προμήθευε όπλα το κράτος και στους οποίους εμπιστεύονταν- φυσικά-  πόστα δευτερευούσης σημασίας, όπως η φύλαξη στρατοπέδων κλπ.
Την διοίκηση των λεγεώνων την αναλάμβαναν κάθε ημερολογιακό έτος δύο εκλεγμένοι από την ρωμαϊκή Σύγκλητο ύπατοι. Ο καθένας τους διοικούσε από έναν στρατό - που γι' αυτό λεγόταν υπατικός στρατός - , αποτελούμενο από τέσσερις λεγεώνες : οι δύο από πολίτες της Ρώμης και δύο αποτελούμενες από συμμάχους. Συχνά συνέβαινε οι ύπατοι αυτοί να είναι πολιτικοί αντίπαλοι, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη και συνεννόηση μεταξύ τους, ενώ εξίσου συχνά συνέβαινε να μην εκλέγονται στο πόστο αυτό για τις στρατιωτικές τους αρετές, αλλά για πολιτικό όφελος. Στα προβλήματα αυτά της διοίκησης των ρωμαϊκών λεγεώνων έρχονταν να προστεθεί και το γεγονός πως πολύ συχνά οι στρατιώτες έδειχναν υπερβολική αυτοπεποίθηση στις πολεμικές τους αρετές, το οποίο συνεπάγονταν έλλειψη πειθαρχίας στις διαταγές.
Ο ρωμαϊκός στρατός παρατάσσονταν για μάχη τοποθετώντας στο «κέντρο» της παράταξης τις λεγεώνες των  Ρωμαίων πολιτών και στα πλευρά του, δεξιά και αριστερά, τις λεγεώνες των συμμάχων. Κάθε λεγεώνα παρατάσσονταν σε τρείς γραμμές. Οι στρατιώτες υπηρετούσαν σε καθεμιά από αυτές τις «γραμμές» επιλεγμένοι ανάλογα με τον εξοπλισμό που μπορούσαν να διαθέσουν, την ηλικία τους και την εμπειρία τους. Έτσι, στην πρώτη - πρώτη γραμμή ενάντια στον εχθρό παρατάσσονταν οι “velites” (από το λατινικό ρήμα “volare” = «πετάω»), οι οποίοι στρατολογούνταν από τις πιο φτωχές οικονομικά τάξεις και τους νεαρότερους σε ηλικία πολεμιστές. Αυτοί ήταν οπλισμένοι μονάχα με μικρές ασπίδες και ακόντια. Ακριβώς από πίσω τους, πολεμούσαν οι “hastati” (από το λατινικό “hasta” = «δόρυ»), που αποτελούσαν ουσιαστικά και την πρώτη γραμμή βαρέως πεζικού, αποτελούμενης από το «άνθος της νεολαίας». Αυτοί, αφού πετούσαν τα ακόντια τους στον εχθρό, επιτίθονταν και μάχονταν με τα ξίφη τους, προστατευμένοι πίσω από μεγάλες οβάλ ασπίδες. Αν οι hastatι αποτύγχαναν , την θέση τους έπαιρναν οι “principes” (= «oι πρώτοι/σπουδαιότεροι») της δεύτερης και κύριας γραμμής πεζικού, άντρες ώριμης ηλικίας με παρόμοιο εξοπλισμό με τους hastati , αλλά οι οποίοι φορούσαν και θώρακα, πλεγμένο από μεταλλικούς κρίκους. Αν και η επίθεση των principes αποτύγχανε, τότε στην μάχη ρίχνονταν και η τρίτη (και τελευταία) γραμμή εφεδρείας, οι λεγόμενοι “triarii” , που ήταν οπλισμένοι με δόρυ και αποτελούνταν από τους πιο ηλικιωμένους και βετεράνους άντρες του στρατεύματος. Αυτούς τους υποστήριζαν από πίσω και σε μικρή απόσταση οι “rorarii” και οι  accensi” (=«υπεράριθμοι»), που ήταν οι λιγότερο αξιόμαχοι και πιο φτωχοί πολίτες και που ήταν οπλισμένοι με σφεντόνες και ακόντια.
Αν και οι Ρωμαίοι βασίζονταν κυρίως στο πεζικό τους για τις μάχες, κάθε λεγεώνα  συνοδευόταν και από μία μικρή μονάδα ιππέων, που ήταν οπλισμένοι με δόρυ και ασπίδα. Κάθε γραμμή μάχης αποτελούνταν από 15 υπομονάδες, που ονομάζονταν “maniples” (= χούφτα,σπείρα σε ελεύθερη μετάφραση) και που η καθεμία από αυτές είχε 60 άντρες, οι οποίοι ήταν παραταγμένοι σε κάποια απόσταση μεταξύ τους ώστε να έχουν ελευθερία κινήσεων για να χρησιμοποιούν τα ξίφη τους. Συνεπώς, η συνολική δύναμη κάθε λεγεώνας υπολογίζεται σε περίπου 5.000  πολεμιστές (…10.000 αν λογαριάσουμε και την κάθε συμμαχική που την συνόδευε.)
Oι σπείρες κάθε γραμμής είχαν κενά μεταξύ τους, τα οποία τα κάλυπταν αυτές των πίσω γραμμών, σε έναν σχηματισμό που θύμιζε κάπως αφηρημένα μια σκακιέρα. Η βασική ιδέα πίσω από αυτό ήταν το να δίνεται έτσι η δυνατότητα στους άντρες να υποχωρούν στην πίσω γραμμή και να αντικαθίστανται γρήγορα από τους ξεκούραστους ξιφομάχους των πιο πίσω γραμμών. Η ιδέα αυτή, της χρήσης δηλαδή  «εφεδρειών»,  ήταν κάτι το πολύ καινοτόμο για την στρατιωτική τακτική του αρχαίου κόσμου και καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία και ευκινησία του ρωμαϊκού στρατού.
 

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ

Όταν ο Πύρρος εκστράτευσε στην Ιταλία ως προσκεκλημένος των Ταραντίνων, διοικούσε έναν μοντέρνο στρατό, οργανωμένο γύρω από την μακεδονική φάλαγγα των σαρισοφόρων, όπως και τα υπόλοιπα ελληνιστικά κράτη. Δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι - βάσει των διαθέσιμων ιστορικών πηγών - για το αν τον εκσυγχρονισμό αυτό τον επινόησε ο ίδιος ο Πύρρος ή ο θείος του, βασιλιάς της Ηπείρου Αλέξανδρος Ά. Το βέβαιο είναι πως ο Πύρρος μετέβηκε στην Ιταλία έχοντας υπό τις διαταγές του φαλαγγίτες, ανάμεσα στους οποίους ήταν και βετεράνοι Μακεδόνες πεζοί που τους «δάνειστηκε» από τον βασιλιάς της Μακεδονίας Πτολεμαίο Κεραυνό.
Η φάλαγγα των σαρισοφόρων ήταν ένας νέος τύπος πυκνής φάλαγγας, όπου οι άντρες βάδιζαν κρατώντας και με τα δύο τους χέρια μακριά δόρατα με μήκος γύρω στα 5,5 μέτρα! Το δόρυ αυτό ονομαζόταν σάρισα και χάρη στο μήκος του, επέτρεπε και στους άντρες των πιο πίσω σειρών να μάχονται και αυτοί (σε αντίθεση με την παραδοσιακή ελληνική φάλαγγα των οπλιτών, όπου μόνο οι δύο πρώτες σειρές μπορούσαν να μάχονται συγχρόνως). Το πυκνό τείχος από αιχμές δοράτων ήταν πραγματικά αδιαπέραστο και η μακεδονική φάλαγγα (όπως συνήθως την αποκαλούσαν) κυριάρχησε στα πεδία των μαχών για πάνω από 200 χρόνια!  Το σοβαρότερο της μειονέκτημα ήταν το γεγονός πως η επιτυχία της βασίζονταν στην πυκνή παράταξη των στρατιωτών και επομένως, αν αναγκαζόταν να πολεμήσει σε ανώμαλο έδαφος, όπου οι άντρες δεν θα μπορούσαν να βαδίζουν κολλητά, κινδύνευε άμεσα. Επίσης ήταν ένας πολύ αργοκίνητος σχηματισμός και κατά συνέπεια ευάλωτος σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις από τα πλευρά. 
Ο Πύρρος είχε επίσης στην διάθεση του ένα από τα καλύτερα εκπαιδευμένα σώματα ιππέων της αρχαιότητας. Πρώτα απ’ όλα, είχε το βασιλικό άγημα, το οποίο αποτελούνταν απο 500 επίλεκτους Ηπειρώτες ευγενείς, οπλισμένους με το ξυστόν, μία λόγχη με μήκος γύρω στα 4 μέτρα. Έπειτα ήταν και οι 500 Θεσσαλοί ιππείς, τους οποίους είχε επίσης δανείσει στον Πύρρο ο Μακεδόνας βασιλιάς Πτολεμαίος Κεραυνός. Τα δύο ιππικά αυτά σώματα μάχονταν σε σχηματισμό μάχης που τους επέτρεπε να αλλάζουν γρήγορα κατεύθυνση, αλλά και να επικεντρώνουν την πίεση σε ένα μόνο σημείο της εχθρικής παράταξης. Τέλος, οι Ταραντίνοι διέθεσαν και αυτοί στον Πύρρο το πολυάριθμο ελαφρύ ιππικό τους, που ήταν οπλισμένο με ασπίδα και ακόντιο και ήταν φημισμένο στην αρχαιότητα για την ικανότητα του. Το γεγονός πως ακόμα δεν είχαν εφευρεθεί οι αναβολείς για τις σέλες των αλόγων, μας επιτρέπει να υποθέσουμε το πόσο δύσκολο θα ήταν για  τον αναβάτη  το να ιππεύει και να μάχεται συγχρόνως, κρατώντας και μια μεγάλη ασπίδα από το ένα χέρι!
Ο Πύρρος είχε επίσης στη διάθεση του και ένα σώμα επίλεκτων μισθοφόρων ελαφρά οπλισμένων πεζών με τόξα και σφεντόνες. Αυτοί είχαν ως σκοπό να εξασθενούν τον αντίπαλο από απόσταση και να προστατεύουν -χάρη στην ευκινησία τους- τα πλευρά της φάλαγγας. Τέλος, τους ανέθεταν αποστολές σε δύσβατο έδαφος…εκεί δηλαδή όπου η φάλαγγα δεν θα μπορούσε να βαδίσει συντονισμένα. Εκτός από αυτούς τους ελαφρά οπλισμένους, ο Πύρρος διέθετε και έναν μεγάλο αριθμό από ψιλούς (ψιλός= γυμνός), οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από τις πιο φτωχές τάξεις των πολιτών, αυτούς δηλαδή που δεν είχαν χρήματα για να διαθέτουν κάποιου είδους πανοπλία ώστε να έχουν το προνόμιο να υπηρετούν στην φάλαγγα. Οι άντρες αυτοί συχνά δεν φορούσαν τίποτα περισσότερο από μια προβιά ή ένα τομάρι ζώου, ενώ ο οπλισμός τους ήταν απλώς ακόντια. Ο ρόλος τους στη μάχη ήταν να προστατεύουν την φάλαγγα, απομακρύνοντας τους τοξότες και ακοντιστές του εχθρού. Τον στρατό του Πύρρου τον συμπλήρωναν και ένας  αριθμός μισθοφόρων πελταστών. Αυτοί οι πολεμιστές κρατούσαν στα χέρια τους μια ελαφριά ασπίδα σε σχήμα μισοφέγγαρου που ονομαζόταν πέλτη. Μάχονταν με μικρά ξίφη και ακόντια και ο ρόλος τους στην μάχη ήταν όπως και αυτός των ψιλών.
Οι Ιταλιώτες σύμμαχοι του Πύρρου μάχονταν όπως και οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις κράτη πριν την εμφάνιση της  μακεδονικής φάλαγγας, δηλαδή ως οπλίτες. Δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι για το πόσες δυνάμεις πεζών διέθεσε ο Τάραντας υπό τις διαταγές του Πύρρου, αλλά ξέρουμε πως ο Ηπειρώτης βασιλιάς εξόπλισε και εκπαίδευσε πολλούς από αυτούς τους στρατιώτες να μάχονται με σάρισα, ως τμήμα της δικής του φάλαγγας! Σίγουρα όμως, πολλοί από αυτούς θα εξακολούθησαν να μάχονται με τον παραδοσιακό «οπλιτικό» τρόπο. Τέλος, οι άλλοι σύμμαχοι του Πύρρου και των Ταραντίνων, διέθεσαν πολυάριθμο πεζικό το οποίο ήταν ευκίνητο και ελαφρά οπλισμένο με ακόντια.
Ίσως όμως το πιο εντυπωσιακό όπλο στα χέρια του Πύρρου ήταν οι είκοσι πολεμικοί ελέφαντες του! Αυτοί ήρθαν στην κατοχή του ως στρατιωτική βοήθεια από τον Πτολεμαίο Κεραυνό και ως λάφυρα από τον στρατό του Δημήτριου του Πολιορκητή. Οι Ρωμαίοι δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους αυτά τα θηρία και ήταν επόμενο να τους προκαλέσουν δέος. Κατ’ ευφημισμό τους αποκαλούσαν «αγελάδες της Λουκανίας» (περιοχή της Κάτω Ιταλίας όπου τους πρωταντίκρυσαν). Ο Πύρρος ήταν ίσως ο πρώτος που σκέφθηκε να τοποθετήσει ξύλινο πύργο στη ράχη των ελεφάντων του, για να προστατεύει και να διευκολύνει τα πληρώματα.
Τέλος, ο Πύρρος έχτιζε συστηματικά στην εκστρατεία του οχυρωμένα στρατόπεδα για να εξασφαλίζει καταφύγιο στο στρατό του. Οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ισχυρίζονται πως αντέγραψαν το παράδειγμα του για να φτιάχνουν και αυτοί στρατόπεδα για τις λεγεώνες τους.
Όλα αυτά τα παραπάνω μας κάνουν να κατανοήσουμε πως ο Ηπειρώτης βασιλιάς ήταν ένας πολύ ικανός τακτικός και στρατηγικός νους!



Τελευταία ανανέωση ( 08.10.14 )